Τρίτη 5 Ιανουαρίου 2016

 Η Ερμηνεία των Ονείρων στο καφέ-ψ






































Ακολουθεί κείμενο του Διονύση Παπακώστα για το καφέ-Ψ.
Στο βίντεο, η Αρχιτέκτων-γιαγιά Μάρω Καρδαμίτση-Αδάμη διαβάζει, μέσα στο χώρο του Λεξικοπωλείου, ένα απόσπασμα του κειμένου.


ΚΑΦΕ Ψ 2
ΨΥΧΑΝΑΛΥΤΙΚΕΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΕΣ ΜΕ ΑΦΕΤΗΡΙΑ ΤΟ ΖΩΓΡΑΦΙΚΟ ΕΡΓΟ

Όχι! Το θέμα άλλαξε… και όπως το καταλαβαίνω, ο τίτλος φαίνεται να λέει:

ΨΥΧΑΝΑΛΥΤΙΚΕΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΕΣ ΜΕ ΑΦΕΤΗΡΙΑ ΤΟ ΟΝΕΙΡΙΚΟ ΕΡΓΟ


Αυτός ο τίτλος μου μιλάει, αυτός μου κεντρίζει το νου και έρχεται να ανταμώσει τ’ όνειρο μες την ψυχή μου, αφού καταπώς βεβαιώνει και ο παροιμιώδης λόγος:
«Ο φτωχός με τ’ όνειρό του χαίρεται το ριζικό του»

Ταξιδεύω ήδη στα παιδικά μου χρόνια, στα πολύ παιδικάτα μου, βιώνω ένα όνειρο εν εγρηγόρσει και όλες της ψυχής μου οι αισθήσεις κινητοποιούνται ανταποκρινόμενες προς αυτή την «όψη ενυπνίου».
Ζωντανεύουν τώρα οι δυο γιαγιάδες μου και οι τέσσερις θειάδες μου μπροστά μου, οι δυο γειτόνισσες μονάχα, οι άλλες δυο, εξ αίματος συγγένισσες. Αναθυμούμαι το σφίξιμο στης γιαγιάς την αγκάλη, στα ρουθούνια μου τρυπώνει το άρωμα του καφέ, οι λιγοστές γουλιές στου μικρού παιδιού το στόμα, ξυπνούν τους γευστικούς μου κάλυκες και όλο περιέργεια γροικώ την ιστόρηση των ονείρων τους.
Η γιαγιά Ελπινίκη διηγείται το όνειρό της τρομαγμένη, η θειά Ευτέρπη το δικό της το ανιστορεί χαρούμενη, η θεία η Πολυξένη η χοντρή, καρβέλια, τι άλλο, ονειρευόταν… Μετά έρχεται η σειρά της θειάς της Χάιδως, της γειτόνισσας, να ’μολογήσει το όνειρό της:


Έβλεπε, λέει, ένα αφηνιασμένο άσπρο άλογο που κάλπαζε και τρέχοντας ξοπίσω του να το φθάσει, το ακολούθαγε ένα βασιλόπουλο. Η θεία Χάιδω ήταν η μεγαλύτερη και ήταν γεροντοκόρη, όσο για τη θεία Ευθαλία, παντρεμένη με τον θείο Νέστορα, καθόταν και φάσκιωνε μωρά, ήταν στέρφα η καημένη!
Η θεία Μελπομένη ωστόσο και η γιαγιά η Ευφροσύνη, ήταν και οι δυο των ονείρων ορμηνεύτρες, ονειροκρίτρες πρώτες! Στις ορμήνιες βέβαια δεν συνέπιπταν, συμφωνούσαν όμως πως μαντάτα θεϊκά, για δαιμονικά, κρύβονταν στων ονείρων τις εικόνες.
Γι’ αυτό και τα γεροντοπαλίκαρα, ο θείος Τάκης, ο θείος Θρασύβουλος και ο θείος Κωνσταντίνος όλο και ζητούσαν ορμήνιες για τα νυχτερινά ανήσυχα όνειρά τους και οι ονειροκρίτρες έπιαναν δουλειά και αμέσως κελαηδούσαν…
Από τη μια, η θεία Μελπομένη:

«Αχ, αν αηδόνι ονειρευθείς,
το καλό θα σ’ εύρη ευθύς.
Αν το πιάσεις με τη χούφτα
το γλυκόλαλο πουλί
κάποιος φίλος θα σου φέρει
γάμου πρόταση καλή»

«Αν κρατείς στον ύπνο σου μπουκέτο
ότι επιθυμήσεις πρόσμενέ το,
και αν Ερινύες ονειρευθείς
άγαμος αν είσαι θα παντρευθείς»

Απ’ την άλλη, η γιαγιά η Ευφροσύνη:
«Ναι, ναι,
αν είσαι ανύπαντρος και δεις στον ύπνο σου αμαζόνα
θα πει πως σύντομα πολύ θα σου φέρει αρραβώνα,
βαμβάκι αν ονειρεύεσαι
σε τρία τέρμινα παντρεύεσαι»

Και τα ονείρατα στη θειά τη Χάιδω σαν ξηγούσαν:

«Αν βλέπεις πως φορείς βρακί και δύσκολα το βγάζεις
Θα μεριμνάς στενόχωρα και θα πολυτυρβάζεις.
Αν το βρακί που φόρεσες το βγάζεις, μη φοβάσαι,
Παύουν οι στεναχώριες σου κι ευχάριστα θε να ’σαι!

Τέλος, διαμήνυαν στην Ευθαλία, τη στέρφα θεία:

«Αν δεις στη γλάστρα σου βασιλικός να φυτρώνει
σύντομα δόξα ο γάμος σου, σου φανερώνει.
Αν μήλο κόκκινο σου δίνουν,
πολλές χαρές θε να σου γίνουν.
Κι αν το μήλο είναι ωριμασμένο
θα δεις το γάμο σου ολοκληρωμένο.
Μ’ αν είναι άγουρο το μήλο,
θα διωχθείς, θα φας και ξύλο!»

Και οι ονειροκρίτρες τέλειωναν τη σύναξη του πρωινού καφέ, μ’ ένα βαθύ αναστεναγμό και επιστρατεύοντας την παροιμιολογία:
«Η ημέρα έχει τη σκέψη και η νύχτα τ’ όνειρό της», και «Ότι δεν βλέπουν ανοιχτά, βλέπουν κλειστά τα μάτια»… Και ένα απ’ τα γεροντοπαλίκαρα, έσπευδε να συμπληρώσει:

«Όλα τα φαντάσματα, του ύπνου αναγελάσματα».

Απ’ το βαθύ παρελθόν ήρθε και τώρα άσπλαχνα σβήνει αφήνοντάς με νοσταλγικό, συγκινημένο αλλά και τρομαγμένο το ζωντανό τούτο όνειρο… Γιατί, τι είναι τα όνειρα; Γιατί τα βλέπουμε; Ερμηνεύονται τάχα; Από πού ξεκινούν; Είναι προφητικά; Μαντατοφόρα από άγνωστες του εαυτού πλευρές; Μας αποφορτίζουν από ανεκπλήρωτων επιθυμιών εντάσεις;
Τι μπορούν να μας πουν οι ειδικοί; Ψυχαναλυτές, ψυχίατροι, ονειρολόγοι, αλλά και ονειροκρίτρες, ονειρομάντες και η Πυθία ίσως ακόμη;
Όνειρα: διεργασίες πανανθρώπινες και διαχρονικές, ανερμήνευτες, ασυνείδητες, παρηγορούν ή φοβίζουν… έρχονται από το παρελθόν, από το παρόν και, προπάντων, για το μέλλον, αφού όπως μας θυμίζει ο Ισοκράτης:

«Μηδενί συμφοράν ονειδίσης.
Κοινή γαρ η τύχη και το μέλλον αόρατον».

Κλείνοντας το μάτι στην αυγή της τρίτης μου ηλικίας, έτυχε και διασταυρώθηκα με του φίλου μου του Θράσου του Αβαριτσιώτη το παιδικό ποδηλατάκι, να στέκει εκεί στον πίνακά του αφημένο, με τρεις ρόδες, χαλασμένο, ξεχασμένο και εγκαταλελειμμένο.
Αυτός ο πίνακας του Θράσου με συγκλόνισε, αυτός ο πίνακας με το ποδηλατάκι με ενέπνευσε και με ώθησε με μια δική του νομοτελειακή και αναπόδραστη λογική να οδηγηθώ να καταγράψω εδώ το όνειρο ενός παιδιού, το όνειρο ενός ηλικιωμένου που κλείνει -ξανά- το μάτι στον καθρέφτη…


Διονύσης Παπακώστας


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου