Δευτέρα, 28 Μαρτίου 2016

ΕΡΩΣ-ΘΑΝΑΤΟΣ, μέρος τέταρτο



















Μερικά σημειώματα των "θαμώνων" από την προηγούμενη συνάντηση καφέ Ψ:

Πίσω από το φόβο του θανάτου, ή του έρωτα..., ίσως να κρύβεται ο φόβος να κολυμπήσεις σε αχαρτογράφητα νερά, ο φόβος να αφεθείς σε καινούργια πράγματα.

Σε παιδική ηλικία είχα συχνά εικόνες και σκέψεις θανάτου, χωρίς να έχω δει ή βιώσει κάποια απώλεια (θάνατο) στο οικείο περιβάλλον. Φορές που σκεπτόμουν όλα αυτά περί θανάτου ήταν τις νύκτες με αποτέλεσμα να δυσκολεύομαι να κοιμηθώ. Στο πέρασμα των χρόνων δυστυχώς βίωσα προσωπικά απώλειες αγαπημένων προσώπων και «συμφιλιώθηκα» εν μέρει με τη σκέψη του θανάτου...
Όμως παραμένει μέσα μου η απορία πώς είναι δυνατόν ένα μικρό παιδί να κάνει τέτοιες σκέψεις?

Χθες σε μια ταινία περιπέτειας είδα μια σκηνή που κάποιος είχε λούσει με «άοσμο» πετρέλαιο ένα κτήριο, ώστε όταν μπουν μέσα οι κακοί, με ένα τσαφ να τους κάψει και να τους βρει ο θάνατος.
Αλήθεια, τόσο άοσμα έρχεται ο θάνατος, υπάρχει μεταξύ μας χωρίς να τον μυρίζουμε; Και με ένα «τσαφ» πυροδοτείται...
Η μόνη ελπίδα μέσα στο θάνατο είναι να εμπεριέχεται ο έρωτας, ένας μικρόκοσμος στο πλαίσιο του θανάτου.

Ο θάνατος είναι μοναδικός, καταλυτικός, στιγμιαίος.
Ο έρωτας, αντίθετα, επαναλαμβάνεται, έχει όρεξη για σκέρτσα και παιχνίδια, στροβιλίζεται, γιγαντώνει και εξανεμίζεται.
Το μηδέν απέναντι στην ολότητα!

Τι συμβαίνει όμως, σε σχέσειςπου μπορεί το υποκείμενονα θεωρεί πως είναι αντικειμενότροπες (όχι για παράδειγμα μια μεμωνομένη σεξουαλική επαφή), αλλά στην πραγματικότητα το υποκείμενο προβάλλει κάτι δικό του και φανταστικό στο αντικείμενο;
Σχετικά με το παρελθόν, ο δάσκαλος της μουσικής μου λέει πως σε έναν αυτοσχεδιασμό(όπως και η ζωή εξ άλλου) είναι σαν να πηγαίνουμε στον πόλεμο αλλά δεν παίρνουμε αιχμαλώτους, συνεχίζουμε ό,τι και να έχει συμβεί.
Πήραμε τη ζωή με τίμημα να πεθαίνουμε.

Μήπως, στην προσπάθειά σας να εξηγήσετε τα φαινόμενα συμπεριφοράς μέσα από το πρίσμα του έρωτα, χάνετε άλλες αιτιάσεις;
Για παράδειγμα, δεν είναι (πιο) πιθανό η «έλξη» του Μ. προς τον μαθητή του να αποδίδεται σε:
-τον ρόλο του δασκάλου
-της προσφοράς προς τον νέο
-mentor/protegé
-την διάθεση που απορρέει από την δεκτικότητα, την δίψα για μάθηση του μαθητή;

«Η αρχή είναι το ήμισυ του παντός»... θλίψη?
Είναι ο φόβος ένδειξη ενορμήσεων?

Αντικειμενότροπες σχέσεις. «Ο έρωτας και ο θάνατος είναι το ίδιο πράγμα. Και μόνος και αθάνατος είναι το τέλειο θαύμα.

Σάββατο, 12 Μαρτίου 2016

H Ερμηνεία των Ονείρων (μέρος δεύτερο)

Καλησπέρα σας,
Δεύτερη συνάντηση καφέ ψ με θέμα την ερμηνεία των ονείρων.

Μαζί μας πάντα ο ψυχαναλυτής Χάρης Μωρίκης, και καλεσμένη μας σήμερα η ζωγράφος Μαριάννα Στεφάνου με το έργο της.
Ένα έργο που, αφού η ζωγράφος μου έδωσε το δικαίωμα, λιγάκι αυθαίρετα ονόμασα ταμπλώ βιβάν, ζωντανό πίνακα ή σκηνή, θα καταλάβετε πολύ σύντομα τον λόγο, με το διήγημα που θα σας διαβάσω.

Η αρχική  ιδέα ήταν να μιλήσουμε στο σημερινό καφέ ψ για τον εφιάλτη, όμως εμένα προσωπικά δεν μου προέκυψε έμπνευση, όπως θα αντιληφθείτε με το γραπτό μου, άσχετα αν μετά, εκ των υστέρων, προσπάθησα να το ταιριάξω στο θέμα.
Ίσως με τη συζήτηση να μας δοθεί η ευκαιρία να μιλήσουμε για αυτόν τον ιδιαίτερο τύπο ονείρων.
Ας αρχίσουμε λίγο χαλαρά την κουβέντα με ένα ανέκδοτο που άκουσα πρόσφατα και που ταιριάζει με το θέμα που συζητάμε.
Μια κυρία λέει στον άντρα της:
Ονειρεύτηκα πως μου πρόσφερες ένα συνολάκι, δαχτυλίδι βραχιόλι και περιδέραιο για την επέτειό μας. Αλήθεια, έχεις καμία ιδέα τι να σημαίνει το όνειρο αυτό; Τον ρωτάει με νόημα.
Ο άνδρας δείχνει άγνοια κουνώντας το κεφάλι, και στη συγκεκριμένη ημερομηνία, επιστρέφοντας από τη δουλειά, της δίνει το δώρο της επετείου.
Ένα όμορφο πακέτο. Η κυρία το ανοίγει περιχαρής, ήταν σχεδόν σίγουρη για το περιεχόμενο. Αλλά, έκπληξη! Ηταν ένα βιβλίο! Η ερμηνεία των ονείρων του Σίγκμουντ Φρόιντ.

Μερικά ειρωνικά συμπεράσματα από την ιστοριούλα αυτή:
1. Καμιά φορά η επιμονή σώνει και καλά να ζητάμε ερμηνεία του ονείρου, μπορεί να καταλήξει εις βάρος μας.
2. Δεν χρειάζεται η μελέτη της ερμηνείας των ονείρων για να ερμηνευτεί ένα απλό όνειρο, η επιθυμία της κυρίας δεν ήταν καθόλου απωθημένη ή υπολανθάνουσα, αλλά συγκεκριμένη και συνειδητή.
3. Είναι προτιμότερο να εκφράζουμε στον άλλον ξεκάθαρα την επιθυμία μας, οι πλάγιες ή μεταμφιεσμένες εκφράσεις ή ερωτήσεις μπορεί να αποπροσανατολίσουν τον συνομιλητή, ηθελημένα ή μη.
Και
4. Η ψυχανάλυση έχει πια εγκατασταθεί στην καθημερινότητά μας, τα βιβλία του Φρόιντ δωρίζονται σε επετείους αντί για βραχιόλια και περιδέραια.

Σπάνια βέβαια είναι τα όνειρα τόσο απλά, όπως στα ανέκδοτα. Συνήθως είναι συγκεχυμένα και δύσκολα ερμηνεύσιμα. Και μπορεί ενδεχομένως να δέχονται περισσότερες της μιας ερμηνείες.
Στο διήγημα που θα ακούσουμε ο ονειρευόμενος μόλις ξυπνάει κάνει άμεσα τις συνδέσεις με την πραγματικότητα της ζωής του και της δουλειάς του, (είναι ψυχαναλυτής). Σύντομα όμως αντιλαμβάνεται πως το πράγμα είναι πιο σύνθετο και πολύπλοκο, και, γνωρίζοντας τους μηχανισμούς που χρησιμοποιεί το όνειρο, αποφασίζει να το διερευνήσει περισσότερο. Δηλαδή να πάρει τον αντίστροφο δρόμο: θα ξεκινήσει από την «εργασία του ονείρου», δηλαδή την μεταμφίεση των απωθημένων επιθυμιών του σε αποδεκτές εικόνες, την μεταφορά του υποσυνείδητου στο έκδηλο περιεχόμενο του ονείρου. Με αυτό σαν αρχή θα προχωρήσει προς το υπολανθάνον περιεχόμενο, ώστε να αποκαλυφθεί στη συνείδηση η απωθημένη και ενδεχομένως δύσκολα παραδεκτή επιθυμία.

Αυτό ονομάζουμε εργασία της ανάλυσης του ονείρου και γίνεται μόνον στο πλαίσιο μιας ψυχαναλυτικής επεξεργασίας.


Κιθάρα, τραγούδι και ανάγνωση από την Ευαγγελία Τσιάρα.
Το διήγημα (του Γιάννη Βαϊτσαρά):

Η Μαριάνα (με ένα ν)

Η μέρα προμηνυόταν ήσυχη στην καθημερινή κλασική ρουτίνα του ψυχαναλυτή Φωκά. Φρεσκοξυρισμένος, με την ανακουφιστική μοσχοβολιά του Ετέρνιτυ στα ρουθούνια του, φόρεσε το γκρι γιλέκο της δουλειάς κι αέρισε το γραφείο για τις συνεδρίες του.
Κι όμως, κάτι δεν ταίριαζε. Κάτι παράξενο κυριαρχούσε στην ατμόσφαιρα, που θάμπωνε τις εικόνες, αλλοίωνε το περιβάλλον που έμοιαζε σαν απόκοσμο. Παραδόξως, ο ίδιος δεν ανησυχούσε, λες κι όλα ήταν στη φυσιολογική γνωστή τους κατάσταση και θέση.
Το πρώτο σύμπτωμα όμως που τον θορύβησε είναι πως αντιλήφθηκε να συνωστίζονται στην αίθουσα αναμονής του, διάφοροι άνθρωποι κι όχι όπως θα ήταν το αναμενόμενο. Κανονικά, αυτή την ώρα, η κυρία Μαριάνα, μόνη, θα έπρεπε να περιμένει τη συνεδρία της, χτυπώντας νευρικά το τακουνάκι της, κατά το συνήθειό της που εκνεύριζε ελαφρώς τον αναλυτή. Αυτό ήταν το σήμα κατατεθέν της: Έτσι, με κείνη την χαρακτηριστική κίνηση, με το νευρικό χτύπημα του παπουτσιού στο πάτωμα, τού είχε υπαγορεύσει το όνομά της στην πρώτη συνεδρία:
-Μαριάνα. Με ένα νι, παρακαλώ.

Ο Νικηφόρος Φωκάς, φουριόζος, μπήκε στο σαλονάκι. Ήταν γεμάτο κόσμο σε αναβρασμό. Η Μαριάνα, με ένα λουλουδάτο εμπριμέ φόρεμα, πρωτοστατούσε σαν μαέστρος σε πρόβα ορχήστρας. Έδινε οδηγίες και κατευθύνσεις, συμβούλευε, έδειχνε πόζες, προφανώς κάτι ετοιμαζόταν εδώ.
-Μισό λεπτό, κύριε Φωκά μου, σε δυο λεπτά θα είμαστε έτοιμοι, του λέει βιαστικά.
Ο Νικηφόρος θαύμαζε τη δεξιοτεχνία της καθώς κατάφερνε μέσα στον πανζουρλισμό να βάζει μια τάξη, να τακτοποιεί το κάθε πράγμα, κάθε άνθρωπο, κάθε ρούχο, με τόση επιμέλεια και προσοχή, ώστε να δίνει την εντύπωση πως όλα ήταν προσχεδιασμένα, πως ήξερε πού να τοποθετεί τι, με ποια κίνηση, ποιο κόλπο καλλιτεχνικό ώστε το αποτέλεσμα να είναι αξιοθαύμαστο, εντυπωσιακό.



Απορημένος φανερά, ο ψυχαναλυτής έμενε άφωνος. Στάθηκε όρθιος να παρακολουθεί το παράξενο φαινόμενο, αμήχανος, μα, σιγά-σιγά η κατάσταση άρχισε να τον διασκεδάζει.
Χαλάρωσε και κάθισε. Παρατήρησε λοιπόν πως δυο άλλες γυναίκες, ντυμένες πιο απλά από την αναλυόμενή του, της έμοιαζαν καταπληκτικά. Θα τις έλεγες τρίδυμες αδερφές ή ξαδέρφες. Μαζί τους ένας μικροκαμωμένος κύριος, άχρωμος και νωχελικός που η Μαριάνα διέταξε να ακουμπάει στο μπράτσο του καναπέ σαν κοιμισμένος. Είδε επίσης δυο παιδιά, που έχουν σαν ρόλο να είναι γαντζωμένα στην ποδιά τής μιας γυναίκας, προφανώς της μάνας, σκέφτεται ο  Φωκάς.

Στήθηκε έτσι μπροστά του ένα «ταμπλώ βιβάν» μια ζωντανή εικόνα.
Μα η τελευταία πινελιά της Μαριάνας ήταν εκείνη που προξένησε την μεγαλύτερη έκπληξη στο Φωκά που, στη στιγμή, δεν μπόρεσε να συγκρατήσει μια κραυγή. Κάτω απ’ τον καναπέ του σαλονιού του ξεπρόβαλαν δυο μικρόσωμα ζώα, σαν σκυλιά ή σαν γουρούνια, ο ψυχαναλυτής δυσκολεύεται να πει με βεβαιότητα. Τα ζώα ανέβηκαν ανάμεσα στα σκέλια του άντρα ο οποίος δεν τους έδωσε την παραμικρή σημασία.
Η Μαριάνα, αφού άνοιξε το παράθυρο κι άφησε κάτι μικροσκοπικές πεταλούδες να μπουν και να καθίσουν σαν κέντημα στον ποδόγυρο της μάνας, ανέβηκε στην κορφή του ζωντανού πίνακα και πρόσταξε:
-Κλείστε όλοι τα μάτια! Μαέστρο, μούζικα!
Και κάρφωσε με το βλέμμα τον ψυχαναλυτή που, μόνος, είχε δικαίωμα να βλέπει την παγωμένη εικόνα.
Ακούγεται τότε, μια μελωδία, μια μουσική εξαίσια, κιθάρα και φωνή σαν κρύσταλλο, που ομολογουμένως απογείωσε τον Φωκά.


Πόσο να κράτησε αυτό; Κανείς δεν ξέρει. Διότι στις επτά και τριάντα ακριβώς χτύπησε το ξυπνητήρι.
Η Έλλη του δίπλα αναδεύτηκε, γύρισε προς εκείνον και τον αγκάλιασε χαϊδεύοντας τρυφερά το στήθος, την κοιλιά του και τη στύση του.
-Τραγουδούσες στον ύπνο σου, του λέει κοιμισμένα. Ένα τραγούδι, με ακατανόητα λόγια. Ονειρευόσουν μάλλον, πονηρούλη μου, ε;

Με το όνειρο ζωντανό ακόμα στο κεφάλι του πηγαίνει σαν υπνωτισμένος προς το λουτρό. Περνώντας μπροστά από την κλειστή πόρτα του γραφείου του ένιωσε σαν να άνοιξε ένα παράθυρο ερμηνείας του ονείρου του, ήρθαν στο μυαλό του σαν ηχώ τα λεγόμενα της Μαριάνας στη χτεσινή της συνεδρία:

Αχ, να σας πω τι με βασανίζει κύριε Φωκά μου;

Παιδεύομαι με τα τέρατα που λαγοκοιμούνται μέσα μου! Ναι, σαν τέρατα τις νιώθω τις ορμές που καραδοκούν τη στιγμή να με πλημμυρίσουν. Κοιμισμένο τέρας, η ανομολόγητη επιστροφή στην αγκαλιά της μάνας μου, κι η ίδια ανομολόγητη επιθυμία επιστροφής του γιου στην αγκαλιά μου, λες κι είμαι εγώ η ίδια και κόρη και μάνα και γιος, κι έπειτα, οι επιθυμίες, αχ, οι επιθυμίες μιας αντρικής παρουσίας με ζωώδη ένστικτα, σαν γουρούνια, σαν σκυλιά, τι σας λέω τώρα... ντρέπομαι, ναι, κοιμούνται όλα αυτά ανάκατα μέσα μου, πότε θα μπορέσω να τα συνταιριάσω, να καταλαγιάσω τη βία που νιώθω όταν ξυπνούν και ξεσκίζουν την ψυχή μου. Πώς να βολέψω τόσα πρέπει με τόσα θέλω ανείπωτα, αξεδιάλυτα... Να τα γαληνέψω θέλω, να τα ημερώσω, να πορευτούμε μαζί μπροστά, μια Μαριάνα με πολλά πρόσωπα μέσα της, πολλά κοιμισμένα θεριά που καραδοκούν να με συνθλίψουν... μια Μαριάνα που θα ξέρει να τα χαϊδολογάει να τα δέχεται, να τα τιθασεύει, τα γουρούνια-σκυλιά και τον άγριο έρωτα, τις πεταλούδες, τη μητρική τρυφερότητα που μου προσφέρεται και που προσφέρω, δίχως παζάρια, δίχως κριτική, παρά τις ανήθικες κι αλλόκοτες σκέψεις μου, για το σώμα που ζητάει για την ψυχή που καταπιέζει, πνίγομαι, θα ήθελα κάποτε να απαλλαγώ, να γίνω κυρία, κυρίαρχος του εαυτού μου και των πόθων μου...

Ο Νικηφόρος Φωκάς μπήκε με βιασύνη κάτω απ’ το καυτό νερό του μπάνιου. Έχει ανάγκη να ξεπλύνει την ανάμνηση του ονείρου του. Δεν έχει αυταπάτες. Ξέρει καλά πως η ονειρική σκηνή της νύχτας διαπραγματεύεται τις δικές του επιθυμίες και τα δικά του αξεδιάλυτα τέρατα. Να ’ναι λες η επιθυμία τού ψυχαναλυτή που πραγματοποιείται μ’ αυτό το όνειρο; Η επιθυμία επιτυχίας της ανάλυσης που άρχισε στο ντιβάνι του η Μαριάνα;
Να γαληνέψει, λέει, τα τέρατα που καραδοκούν μέσα της...
Τότε, αν είναι αυτό, ξέρει καλά πως δεν έχει το δικαίωμα! Δεν γίνεται ο ψυχαναλυτής να επιθυμεί και να βιάζεται να πραγματοποιήσει επιθυμίες στη θέση της αναλυόμενης. Δεν γίνεται! Δεν το επιτρέπει στον εαυτό του, το δικό του υποσυνείδητο να ταυτίζεται με της Μαριάνας και να προδικάζει την έκβαση, έστω και στη φαντασία του, έστω και στον ύπνο του. Άλλωστε, εκείνος ονειρεύτηκε, εκείνος τραγουδούσε στον ύπνο του, το επιβεβαίωσε η γυμνή Έλλη στην αγκαλιά του την ώρα που ξυπνούσαν.

Υστερόγραφο
Το όνειρο που είδε ο Φωκάς στον ύπνο του, κατέληξε να γίνει εφιάλτης στον ξύπνιο του. Αυτό έγινε ξαφνικά, όταν συνειδητοποίησε πως το ταμπλώ βιβάν που τον διασκέδασε τη νύχτα, το έχει δει, σχεδόν αυτούσιο, ζωγραφισμένο σε μουσαμά, στο εργαστήριο της γνωστής του ζωγράφου Μαριάννας, με δυο νι, της Μαριάννας Στεφάνου.
Η συνειδητοποίηση αυτή, που φυσικά καταρρίπτει συθέμελες όλες τις υποθέσεις ανάλυσης που έκανε ως τότε, τον συγκλόνισε. Και έκλεισε αμέσως ραντεβού με τον επόπτη-ψυχαναλυτή του για να διαλευκάνει την μυστηριώδη υπόθεση.

Το παρακάτω κείμενο που χρησιμοποίησα ως απάντηση της ψυχαναλύτριας επόπτριας είναι του ψυχαναλυτή Κώστα Γεμενετζή, δημοσιευμένο στην ιστοσελίδα του. http://www.gemenetzis.gr 
Η μόνη αλλαγή είναι η προσθήκη του ονόματος της Μαριάνας στο αρχικό κείμενο του Κ. Γεμενετζή.
Τον ρόλο της αναλύτριας διάβασε η κλινική ψυχολόγος Μαργαρίτα Μάνθου.
Οι φωτογραφίες και το βίντεο είναι τού Φώτη Μαρκάδα.


Τα όνειρα μιλούν την γλώσσα των σημάτων. Ούτε λέγουν ούτε κρύβουν. Η Μαριάνα, που ονειρεύτηκες, είναι η Μαριάννα που γνωρίζεις στον ξύπνιο, και πάλι δεν είναι. Κι αν έχεις τo ήθος και την καρδιά να σεβαστείς την Μαριάνα του ονείρου, χρειάζεται να την αφήσεις να κατοικήσει τον κόσμο με τον τρόπο της. Δεν σου επιτρέπεται ούτε να την ταυτίσεις με την Μαριάννα του ξύπνιου ούτε να την πεις ψευδαίσθηση.
Αυτό που λέγει, μα λέγοντας κρύβει, αυτό που κρύβει, μα κρύβοντας λέγει, έχει τον χαρακτήρα του σήματος - εκείνου που ποτέ δεν σημαίνει "κάτι", που ποτέ δεν απαρνείται τον εαυτό του.
Τα όνειρα σημαίνουν - αμετάβατα. Στην ίδια την φύση τους οφείλεται η ευπάθειά τους: Κάθε λόγος για τα όνειρα θα παραβιάσει τα μέτρα τους, είτε λέγοντας κάτι παραπάνω, είτε κρύβοντας κάτι παραπάνω.
Αυτές τις παραβιάσεις, και τούτο μπορεί να είναι και δρόμος μιας θεραπευτικής συνάντησης, είναι ανάγκη να τις διακρίνουμε, να τις επισημαίνουμε, να τις απαγορεύουμε. Είναι ανάγκη να  προασπιζόμαστε τα μέτρα: να μεριμνούμε ώστε τα όνειρα να μένουν όνειρα - και οι άνθρωποι να μένουν άνθρωποι, που θα πει, να βρίσκουν κι εδώ, στα όνειρα, τον εαυτό τους.