Πέμπτη, 16 Μαρτίου 2017

Αρχιτεκτονική και ψυχολογία. Ο Νεοκλασικισμός και η επιρροή του στην ψυχή του Έλληνα.


13/03/17.
Καλησπέρα, καλώς ήρθατε στο έκτο από τα οκτώ φετινά καφέ ψ.

Σήμερα αισθάνομαι ιδιαίτερη συγκίνηση καθώς θα προσεγγίσουμε ένα προσφιλές μου θέμα. Όσοι με γνωρίζετε προσωπικά ξέρετε πως η αρχιτεκτονική υπήρξε ο πρώτος μου έρωτας, πριν με κερδίσει οριστικά η ψυχανάλυση. Θεώρησα λοιπόν αναγκαίο να την συμπεριλάβω στον κύκλο των φετινών συναντήσεων που έχουν ως γενικό θέμα «Ψυχαναλυτικές κατασκευές με αφορμή ένα έργο τέχνης».













Στην προσπάθειά μου να στήσω την σημερινή συνάντηση στάθηκα τυχερός για τρεις λόγους:
Πρώτον, διότι βρήκα στο πρόσωπο της καλεσμένης μου Μάρως Καρδαμίτση-Αδάμη την κατάλληλη συνομιλήτρια. Αντιλήφθηκε την αγάπη μου για τις δυο κυρίες, την Αρχιτεκτονική και την ψυχανάλυση και δέχτηκε να μοιραστεί μαζί μας την γνώση, την ευαισθησία και το ταλέντο της.

Στάθηκα επίσης τυχερός διότι ανακάλυψα ένα μικρό αριστούργημα που έγινε το 1980. Είναι η ταινία του Νίκου Γραμματικόπουλου ένα σπάνιο αριστοτεχνικό ντοκουμέντο για την καταστροφή των νεοκλασικών σπιτιών της Αθήνας.

Η τρίτη τύχη στην προσπάθειά μου ήταν πως δεν δυσκολεύτηκα να βρω την ιδέα για την δική μου ψυχαναλυτική μου κατασκευή. Είναι ένα διήγημα που έγραψα προσπαθώντας να συνδέσω τις έννοιες που διαπραγματευόμαστε απόψε. Χρησιμοποίησα λοιπόν μιαν άλλη μου, τρίτη ιδιότητα, αυτήν του συγγραφέα για να εκφραστώ πάνω στο σύνθετο αυτό θέμα.




Έτσι, στη σημερινή μας συνάντηση:
1. θα δούμε την ταινία του Νίκου Γραμματικόπουλου που μας κάνει την τιμή μάλιστα να είναι μαζί μας.
2. θα σας διαβάσω το διήγημά μου.
3. θα ακούσουμε την Μάρω Καρδαμίτση
4. Στη συνέχεια θα έχουμε τον χρόνο να ακούσουμε τα σχόλια και τις ερωτήσεις σας και να ανταλλάξουμε τις σκέψεις μας...

1.
Ο Νίκος Γραμματικόπουλος ξεκίνησε από τον χώρο του ΕΜΠ τον οποίο πολύ γρήγορα εγκατέλειψε για να αφιερωθεί στη φωτογραφία.
Ασχολήθηκε για ένα διάστημα με τη καλλιτεχνική και διαφημιστική φωτογραφία και πέρασε γρήγορα στο χώρο του Κινηματογράφου ως Διευθυντής Φωτογραφίας.

Ο Νίκος Γραμματικόπουλος
στο μικρόφωνο του καφέ Ψ.
Το 1971 εμφανίστηκε ως σκηνοθέτης πια στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης όπου και αποσπά παμψηφεί το βραβείο σκηνοθεσίας πρωτοεμφανιζόμενου σκηνοθέτη για την μικρού μήκους ταινία του "το συναξάρι του ξύλου". Ακολουθούν κι' άλλες ταινίες μικρού μήκους με τις οποίες συμμετέχει σε ελληνικά και ξένα Φεστιβάλ όπου παίρνει πολλά βραβεία και διακρίσεις.
Το 1980 βραβεύεται η ταινία "Η Ακρόπολη σε...τροχούς" στη Θεσσαλονίκη και στην Ιταλία σε διεθνές Φεστιβάλ αθλητικών ταινιών. Χαρακτηριστικό είναι ότι στις προσωπικές του αυτές παραγωγές ασχολείται ο ίδιος με τη σκηνοθεσία, φωτογραφία, σενάριο, μοντάζ και μουσική επιμέλεια.
Ολόκληρη η επιγραφή που υπάρχει στη βορειοδυτική πλευρά πάνω από το τόξο στην Πύλη του Αδριανού λέει: "ΑΙΔ' ΕΙΣ' ΑΘΗΝΑΙ ΘΗΣΕΩΣ Η ΠΡΙΝ ΠΟΛΙΣ" ("Αυτή είναι η Αθήνα, η παλιά πόλη του Θησέα").

Είναι παραγωγή του 1980 σε σενάριο, διεύθυνση φωτογραφίας και σκηνοθεσία του Νίκου
Γραμματικόπουλου, με κείμενα του Γιάννη Τσαρούχη και εικόνες του Σπύρου Βασιλείου.

Βραβεύθηκε με το Βραβείο Κριτικών στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης για τη συμβολή του στη διατήρηση/διάσωση της πολιτισμικής μας κληρονομιάς το 1980.

Αγοράσθηκε από την Σουηδική Τηλεόραση και από την ΕΡΤ. Προβλήθηκε στην εκπομπή «Μια ταινία μία συζήτηση».

Επίσης προβλήθηκε στην τελευταία διάλεξη του κύκλου ομιλιών του ΕΙΕ «Αρχαιολογία της Πόλης των Αθηνών» που ήταν αφιερωμένη στα νεοκλασικά κτίρια της Αθήνας (Μάιος 1994).











2. Το διήγημα:

Το σπίτι

«Στην προηγούμενη συνάντηση με ρωτήσατε για την εφηβεία μου. Δεν είχα πολλά να σας πω. Σήμερα όμως θα σας διηγηθώ μια ιδιαίτερη εμπειρία μου. Σας παρακαλώ, να μην με διακόψετε, δεν ξέρω αν θα μου φτάσουν τα σαρανταπέντε λεπτά τής συνεδρίας. Και να μην με κρίνετε επίσης, ξέρω πως θα σας φανούν ρομαντικά και νοσταλγικά αυτά που θα πω, αλλά πιστεύω πως θα δώσουν μια κάποια απάντηση στο προχθεσινό σας ερώτημα.

Το κουδούνι χτυπούσε στις οκτώμιση, άρα από το σπίτι έφευγα στις οκτώ. Περπατούσα στους ήσυχους πρωινούς δρόμους ως το γυμνάσιο. Αυτή η βόλτα είχε κάτι μαγικό. Κοίταζα! Με το βλέμμα ρουφούσα αχόρταγα τα σπίτια, τα μπαλκόνια, τις αυλές, τους κήπους. 1970, ήμουν δεκαπέντε χρονών κι η πόλη στα μάτια μου ήταν ερεθιστικά όμορφη στο πρωινό φως. Διαλέγω τις λέξεις μου, βλέπετε! Εσείς ως ψυχαναλυτής, καταλαβαίνετε. "Ερεθιστικά όμορφη"!
Αποτύπωνα, που λέτε, προσεκτικά, τα πεζοδρόμια, τις εισόδους, τα πλατύσκαλα, τις προσόψεις. Ανάκατοι ρυθμοί σε πολλά σχέδια, διάφορες εκδοχές κατοικίας, (δεν τις λέγαμε μονοκατοικίες τότε, σπίτια τα λέγαμε) μια μεγάλη ποικιλία βασίλευε στο μεσοαστικό περιβάλλον των συνοικιών που διέσχιζα.
Φυσικά, είχα τις προτιμήσεις μου, τα αγαπημένα μου σπίτια. Εκείνα που μου προξενούσαν θαυμασμό, ψηλοτάβανα κι αγέρωχα, πλουμιστά, αλλά μου άρεσαν και τ’ άλλα, τα ταπεινά, ισόγεια, φτωχικά, με υποφωτισμένα παράθυρα πίσω από φτηνές κουρτίνες. Εννοείται πως φανταζόμουν τη ζωή μέσα τους, πλάθοντας ιστορίες. Ξεκινούσα πάντα από μικρές, τιποτένιες λεπτομέρειες, ένα απλωμένο εσώρουχο στη βεράντα, ή ένα πεύκο χτυπημένο από κεραυνό, ένα ξεδοντιασμένο παραθυρόφυλλο μισάνοιχτο, ένα ρόπτρο στην αυλόπορτα.
Όμως, το σπίτι που είχε κατακτήσει την εφηβική μου καρδιά ήταν ένα! Γωνιακό, δίπατο με στέγη από καφετιά κεραμίδια καμπυλωτά, με ακροκέραμα στις τέσσερις γωνίες και τρεις πήλινες καμινάδες.
Αργότερα έμαθα πως πρόκειται για νεοκλασικό, συνηθισμένο κτίσμα του 1920 ή του 30. Δεν με ενδιέφεραν τότε τα ονόματα των αρχιτεκτονικών ρυθμών. Μου αρκούσε που κάθε πρωί στις 8κ10, έβρισκα την αγάπη μου στη θέση της, καθαρή και περιποιημένη, αλλά με κλειστά ακόμα τα παράθυρα, πάντα σφαλιστή την κεντρική δίφυλλη πόρτα εισόδου στο πεζοδρόμιο. Στο πεζοδρόμιο, ναι, αλλά όχι ακριβώς. Ένα πλατύ και χοντρό μαρμάρινο σκαλοπάτι μεσολαβούσε, ορθογώνιο, άσπρο τριζάτο, πεντακάθαρο. Το προσπερνούσα με προσοχή, (με ευλάβεια, πήγα να πω) λες και φοβόμουν  μην το λερώσω με λασπωμένο παπούτσι. Φαντάζεστε δα πως τα χρόνια εκείνα τα πεζοδρόμια φιλοξενούσαν λακκούβες και νερά το χειμώνα. Δίπλα στο σκαλοπάτι είχα προσέξει το ποδόμακτρο, μικρή, κομψή λεπτομέρεια που τροφοδοτούσε τις φαντασίες μου για τους επισκέπτες του σπιτιού.
Από τότε νομίζω κρατάει η προτίμησή μου για την συμμετρία. Αριστερά και δεξιά τα παράθυρα, στη μέση η πόρτα με τα κρυσταλλάκια, κι από πάνω της το μπαλκόνι με το σιδερένιο περίτεχνο κάγκελο. Πιο πάνω, το λιτό τριγωνικό αέτωμα που έδινε στο σύνολο μια επιβλητική διάκριση.
Τώρα που το σκέφτομαι, έτσι δεν είναι κι ο χαρακτήρας μου; Ναι, με ελκύει η συμμετρία μα πάντα προσέχω το κάτι τι, ένα απρόσμενο στοιχείο, σκέρτσο ή τσαχπινιά, που θα την ανατρέψει. Ή που θα την αναδείξει!


Και τότε, στα δύσκολα χρόνια της εφηβείας μου, έτσι ήμουν. Σαν τα νεοκλασικά σπίτια. Συμμετρικός, ελεγχόμενος, θεληματικός και απρόβλεπτος. Αλλά, συγχρόνως, ευαίσθητος, με εσωτερικότητα. Και με φαντασία για τις ζωές των ανθρώπων μέσα στους τοίχους, πίσω από τα παράθυρα.
Η επαφή μου με το σπίτι διαρκούσε κάποια δευτερόλεπτα, όσο να κάνω τα βήματα περνώντας μπροστά του.
Ένα πρωί, η συμμετρία είχε ακυρωθεί. Το παντζούρι στο αριστερό παράθυρο ήταν ανοιχτό, η κουρτίνα τραβηγμένη ελαφρά στο πλάι. Πάνω στο γυαλιστερό περβάζι, στην ποδιά του παράθυρου, ένα χέρι με περίτεχνο δαχτυλίδι, ακουμπάει ήρεμα πάνω στο φαρδύ ξύλο. Δίπλα μια κούπα από φίλντισι με το πιατάκι της.
Αυτό θυμάμαι. Σαν σε ασπρόμαυρη, ξεθωριασμένη φωτογραφία, το μοναδικό στιγμιότυπο ζωντανής παρουσίας στο σπίτι που θαύμαζα.

Με τον καιρό, οι πρωινές πεζοπορίες μου έχασαν τη μαγεία τους, σφραγίστηκαν από άγχη, εξετάσεις για το πανεπιστήμιο, αγωνίες για το μέλλον. Ώσπου έφυγα από την πόλη.
Όλα αυτά δεν θα είχαν τόση σημασία, αν δεν ακολουθούσε μια μικρή συνέχεια που θέλω να σας διηγηθώ, σε σχέση με τα όσα ειπώθηκαν περί εφηβείας στην προηγούμενη συνεδρία.
Κάποια θλιβερά οικογενειακά γεγονότα με έφεραν στην πόλη και τις γειτονιές των παιδικής μου ηλικίας, πολλά χρόνια αργότερα, όταν πια ήμουν ώριμος ενήλικας προ πολλού. Με πένθιμη διάθεση περιπλανιόμουν στα πεζοδρόμια της νεότητας, οι δρόμοι ήταν γεμάτοι παρκαρισμένα αυτοκίνητα ανάμεσα σε ανόητες και άκομψες πολυκατοικίες. Βρήκα το σπίτι, στη θέση του, να παραδέρνει στους ανέμους. Ένα ακροκέραμο είχε απομείνει, ευτυχώς το γωνιακό, τα κάγκελα του μπαλκονιού ετοιμόρροπα.  Τώρα η ασυμμετρία υποστηριζόταν μόνο από ζημιές.
Τα παράθυρα, πρόχειρα βαμμένα σε χυδαίο χρώμα, κατάκλειστα. Αντίθετα με την ήσυχη ανάμνηση που είχα, αντιλήφθηκα κίνηση στο εσωτερικό του. Στα λίγα λεπτά που έμεινα να παρατηρώ το αντικείμενο της εφηβικής μου διέγερσης, είδα κάποιους άντρες να βγαίνουν βιαστικοί κουμπώνοντας το πανωφόρι τους.
Κατάλαβα. Και δίχως να το σκεφτώ πέρασα το κατώφλι. Το μάρμαρο έλειπε, το σκαλοπάτι τώρα ήταν τσιμεντένιο. Δεν πρόσεξα αν υπήρχε ακόμα το ποδόμακτρο. Η πόρτα ήταν μισάνοιχτη.

Δεν είναι κατάλληλη η ώρα να σας περιγράψω την ανθρώπινη δραστηριότητα στο

εσωτερικό του σπιτιού. Διότι αυτό που με ώθησε να μπω, παρορμητικά, αυθόρμητα, ήταν η διεγερτική περιέργεια για τον εσωτερικό χώρο.  Στάθηκα στο χολ κοντά στη σόμπα πετρελαίου. Το βλέμμα μου υψώθηκε στα ταβάνια με την ξεπεσμένη αρχοντιά. Σκέφτηκα πως θα είχαν πολλά να διηγηθούν για την ευγένεια που σκέπασαν στις πρώτες δεκαετίες της ζωής τους. Τώρα γίνονται μάρτυρες της ανθρώπινης εκτόνωσης, εκεί που το σώμα και οι αισθήσεις του μετατρέπουν σε ηδονή την ψυχική οδύνη. Ίσως, σκέφτηκα με ανακούφιση, αυτή να είναι η ευκαιρία τους. Αν τα περίτεχνα ταβάνια δεν έβρισκαν τούτο τον τελευταίο τους ρόλο, ρόλο ανοχής, σίγουρα θα είχαν εξαφανιστεί στα δόντια κάποιου εκσκαφέα. Τώρα, το μέλλον τούς επιφυλάσσει ακόμα εκπλήξεις. Ίσως να ξανάρθουν κάποτε καιροί ευγένειας και δόξας.
Κοίταξα την ξύλινη σκάλα που δέσποζε στην μέση του διαδρόμου. Λιγάκι παραμελημένη, είναι αλήθεια, σαν αταίριαστη στην σημερινή της υπόσταση μέσα στην φανταχτερή διακόσμηση. Μα πάντα κομψή, αρχοντική, με την σκαλιστή, πληγωμένη κουπαστή της.
Άπλωσα το χέρι να την χαϊδέψω. Όμως αντί για το γερασμένο ξύλο, άγγιξα μια τρυφερή γυναικεία επιδερμίδα ενώ συγχρόνως άκουγα ψιθυριστά ερωτόλογα στο αυτί μου.  
Η γυναίκα με οδήγησε στο δωμάτιο. Καθώς γδυνόμασταν είδα το παράθυρο με την ξύλινη μπογιατισμένη ποδιά, θυμήθηκα το χέρι με το δαχτυλίδι, την κούπα από φίλντισι. Κι εκεί, πλάι στο παράθυρο, βυθίστηκα στην άγνωστη αγκαλιά, όπου έζησα μια πρωτόγνωρη ερωτική ώρα, σαν μεθυσμένη παρένθεση ζωής μέσα στο πένθος.
Βγαίνοντας δεν έφυγα βιαστικά κουμπώνοντας το πανωφόρι μου. Κοντοστάθηκα να κοιτάξω πάλι το σπίτι. Καθώς το φως είχε λιγοστέψει οι ζημιές και τα χρώματα πάνω του δεν διακρίνονταν. Αν κάποτε το έβρισκα όμορφο τώρα το ένιωθα πιο οικείο. Θα έλεγα, πιο βρώμικα οικείο. Σαν τη σκοτεινή πλευρά της ψυχής, εκείνη με την υπόγεια, την άγρια ομορφιά, που κάποτε είναι βρώμικη, αλλά δική μας.
Ομολογώ πως δεν απέφυγα την σκέψη πως αν είχα μια τέτοια εμπειρία τότε, τότε που πηγαίνοντας στο σχολείο ερωτευόμουν τα νεοκλασικά, τα αετώματα και τα μυστηριώδη παράθυρα, ίσως η ζωή, (ποιος ξέρει;), ίσως να είχε μια άλλη εξέλιξη. Όχι απαραίτητα λιγότερο επώδυνη, φυσικά.
Αλλά μάλλον εδώ θα πρέπει να σταματήσω, υποθέτω πως έφτασε το τέλος της συνεδρίας. Άλλωστε τα σημαντικότερα σας τα είπα».
Ο ψυχαναλυτής συμφώνησε.



3.
Η Μάρω Καρδαμίτση - Αδάμη είναι αρχιτέκτων και καθηγήτρια του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου με γνωστικό αντικείμενο "αρχειακή τεκμηρίωση και αρχιτεκτονική σύνθεση".


Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1945. Από το 1974 και μέχρι το 2009 δίδαξε στο ΕΜΠ σε προπτυχιακό και μεταπτυχιακό επίπεδο (προστασία μνημείων-συντήρηση και αποκατάσταση μνημείων και συνόλων), καθώς και σε μεταπτυχιακά σεμινάρια άλλων ακαδημαϊκών ιδρυμάτων σε θέματα σχετικά με την πολιτιστική μας κληρονομιά και την αρχιτεκτονική τεκμηρίωση. Είναι υπεύθυνη των Αρχείων Νεοελληνικής Αρχιτεκτονικής του Μουσείου Μπενάκη. Τα ερευνητικά της ενδιαφέροντα εστιάζονται στη νεότερη ελληνική αρχιτεκτονική και σε θέματα προστασίας της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς.

Το κείμενο τής Μάρως Καρδαμίτση-Αδάμη:

ΚΛΑΣΣΙΚΕΣ ΚΑΙ ΝΕΟΚΛΑΣΙΚΕΣ ΜΝΗΜΕΣ
ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ ΤΟΥ 21ου ΑΙΩΝΑ
Η Αθήνα είναι από τις πόλεις, της Μεσογείου που η ιστορία της χάνεται στα βάθη των Αιώνων. Στους κλασσικούς χρόνους, τον 5° π.χ. αιώνα η Αθήνα γνωρίζει την πιο λαμπερή περίοδο της αρχαίας ιστορίας. Η φήμη της ξαπλώνεται σ' ολόκληρο τον κόσμο. Τότε χτίζεται ο Παρθενώνας. Χτισμένος για να εκφράσει τη δόξα της παραμένει μέχρι σήμερα το έμβλημα της πόλης. Το αθηναϊκό σπίτι της κλασικής και της ρωμαϊκής περιόδου έχει σχήμα Γ ή Π με εσωτερική αυλή και κήπο και περιβάλλεται από ψηλό μαντρότοιχο, κλειστό προς τα έξω, ανοικτό προς το αίθριο και το περιβόλι. Τριγύρω τα δωμάτια. Ακολουθεί η κατάλυση της Αθηναϊκής ηγεμονίας, η Ελληνιστική εποχή, οι ρωμαϊκοί χρόνοι η πρώτη γοτθική επιδρομή, η Αθήνα επαρχία του Βυζαντινού κράτους φραγκοκρατία, η τουρκική κατοχή. Κάθε μια έχει αφήσει τα ίχνη της πάνω στον ιστό της πόλης. Στις αρχές του 19ου η Αθήνα απελευθερώνεται από τον τουρκικό ζυγό και το 1834 ανακηρύσσεται πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους.


Η δομή του αθηναϊκού σπιτιού δεν αλλάζει. Στα χρόνια της φραγκοκρατίας προστίθεται και λίγα, ελάχιστα, πυργόσπιτα που ενσωματώνονται στον πολεοδομικό ιστό, κλειστά στους πρώτους ορόφους, με κάποια παράθυρα στους ψηλότερους.
Τα υπόλοιπα ακολουθούν τις ίδιες αρχές των σπιτιών των περασμένων περιόδων, ίσως λίγο πιο αυστηρές στα χρόνια της τουρκοκρατίας όπου τα προς την πλευρά του δρόμου σαχνισιά και παράθυρα καλύπτονται με καφασωτό.
Η πόλη που εν τω μεταξύ είχε συρρικνωθεί και μετατραπεί σε μεγάλο χωριό ή αν θέλετε μικρή επαρχιακή πόλη, επανασχεδιάζεται και ανοικοδομείται με βάση τις αρχές του νεοκλασικισμού. Το αρχιτεκτονικό εκείνο κίνημα που εκδηλώθηκε στην Ευρώπη στο δεύτερο μισό του 18ου αιώνα ως αντίθεση στις μορφολογικές υπερβολές του όψιμου μπαρόκ και του ροκοκό για να προσφέρει λύση στο αδιέξοδο στο οποίο είχε οδηγηθεί η αρχιτεκτονική, φθάνει και στην Ελλάδα. Μετά την επικράτηση του ρασιοναλισμού στη φιλοσοφία και της κανονικότητας στην ποίηση, τη μουσική, τη λογοτεχνία και τις τέχνες γενικότερα, η αρχιτεκτονική έρχεται με τη σειρά της να συναντήσει και πάλι την κλασική αρχαιότητα. Στην Αθήνα το κίνημα ριζώνει κάτω από εντελώς διαφορετικές συνθήκες απ' ότι στον υπόλοιπο κόσμο. Το μπαρόκ άλλωστε και το ροκοκό δεν είχαν φθάσει στη μικρή τουρκόπολη που διατηρούσε στην αρχιτεκτονική της τα στοιχεία της Ελληνικής παραδοσιακής κατοικίας (χρωματιστούς φεγγίτες, χαγιάτια, σαχνισιά) διατηρώντας το αίθριο των κλασσικών χρόνων, αυτόν τον εσωτερικό υπαίθριο χώρο ζωής της αρχαιοελληνικής κατοικίας. Ενσωματωμένα στις τοιχοποιίες, τις σκάλες ή στον αύλειο χώρο σπόλια από την κλασική αρχαιότητα. Στοιχεία μνήμης ενός λαού που δεν έχει πια αναμνήσεις.
Ο νεοκλασικισμός αγκαλιάζεται από τους Έλληνες και ιδιαίτερα από τους Αθηναίους. Είναι ο κρίκος της αλυσίδας που έλειπε, που συνέδεσε ένα ένδοξο παρελθόν με το τώρα. Αν η ανάμνηση στηρίζεται στις τρεις βαθμίδες της ανθρώπινης συνείδησης, ενσυνείδητο, προσυνείδητο και υποσυνείδητο, τότε η μνημονική ενέργεια που απαιτείται για να ξαναβγεί από τη λήθη στην επιφάνεια είχε πια βρει το κατάλληλο ερέθισμα. Για τον Πλάτωνα, η γνώση είναι μνήμη. Μέσα στο DNA της φυλής υπήρχε η μνήμη, υπήρχε η γνώση.
Αυτή είναι η αιτία που ο νέο-κλασικισμός απλώθηκε στην αττική γη με ταχύτατους ρυθμούς και μάλιστα μ΄ έναν εντελώς ιδιαίτερο τρόπο. Στην Αθήνα και την Ελλάδα γενικότερα μπορεί κανείς να συναντήσει το νεοκλασικισμό σε μεγάλα δημόσια κτίρια, το Πανεπιστήμιο, την Ακαδημία, τη Βιβλιοθήκη, σε ανάκτορα και μέγαρα, αλλά και σε απλές αστικές κατοικίες ακόμα και σε μικρά λαϊκά σπίτια, σχεδόν καλύβες. Αυτή η ιδιαιτερότητα του Αθηναϊκού νεοκλασικισμού τον καθιστά φαινόμενο μοναδικό στον κόσμο.
Δεύτερο στοιχείο που διαφοροποιεί τον Αθηναϊκό νεοκλασικισμό από αυτόν της υπόλοιπης Ευρώπης και της Αμερικής είναι η γειτνίαση με τα αυθεντικά πρότυπα. Την Ακρόπολη, τον Παρθενώνα, το ναό του Ηφαίστου, το πλήθος των μεγαλύτερων και μικρότερων μνημείων του βρίσκονται σκορπισμένα στο χώρο.
Τρίτο τέλος στοιχείο που χαρακτηρίζει τον αθηναϊκό νεοκλασικισμό είναι η κλίμακα. Η κλίμακα που συμβαδίζει με το αττικό, το μαλακό τοπίο και δεν προσπαθεί να επιβληθεί με το μέγεθος και το πομπώδες ύφος της Δύσης.
 Αν οι κλασικοί χρόνοι υπήρξαν η περίοδος της μεγαλύτερης ακμής στην ιστορία της αρχαίας Αθήνας, ο νεοκλασικισμός είναι σίγουρα ο αρχιτεκτονικός ρυθμός που σημάδεψε την Αθήνα των νεότερων χρόνων, την Αθήνα πρωτεύουσα του Ελληνικού Βασιλείου. Οι περιηγητές που επισκέπτονταν την πόλη, τον 19ο, αιώνα ζητούσαν να βρουν και να δουν τα ίδια ακριβώς που αναζητούσαν οι περιηγητές του 17ου και του 18ου αιώνα. Τα αρχαία μνημεία. Κοντά σ΄ αυτά αρχίζουν επιλεκτικά να περιγράφουν και τη νέα πόλη και κυρίως τις περιοχές που συνορεύουν ή περιβάλλουν τα αρχαία μνημεία, η τα νεόκτιστα νεοκλασικά. Την Αθηναϊκή Τριλογία, το Ζάππειο, το Πολυτεχνείο, το Αρχαιολογικό Μουσείο. 

Είναι λοιπόν φυσικό οι κάτοικοι να παρασύρονται. Οι παραδοσιακές κατοικίες στο ιστορικό κέντρο, την Πλάκα, τα Οθωμανικά κτίρια (τζαμιά, μενδρεσέδες, χαμάμ) ακόμα και πολλά Βυζαντινά εκκλησάκια εξαφανίζονται. Ελάχιστα είναι αυτά που σώζονται μέχρι σήμερα. Τη θέση τους καταλαμβάνουν άλλα νεότερα κτίρια νεοκλασικά ή ελεύθερα οικόπεδα αφιερωμένα στις ανασκαφές, στην μνήμη.
Όλος αυτός ο πυρετός κρατάει περίπου έναν αιώνα.
Στις αρχές του 20ου αιώνα αρχίζουν οι πρώτες κατεδαφίσεις νεοκλασικών, ενώ παράλληλα συνεχίζονται να κτίζονται κάποια ακόμη. Τα τελευταία. Εμφανίζονται επίσης τα πρώτα εκλεκτιστικά παραδείγματα, ακολουθούν κτίρια του μοντέρνου κινήματος και μετά τον πόλεμο η μοντέρνα πια αρχιτεκτονική. Οι νέες συνθήκες (οικονομικές- κοινωνικές- πολιτικές) δημιουργούν νέες ανάγκες. Φαινόμενα γνωστά σ' όλο τον κόσμο. Κοινοί τόποι. Τα νεοκλασικά κατεδαφίζονται με γοργούς ρυθμούς.
Η Αθήνα, η Ελλάδα ανήκει πλέον στην Ευρώπη δεν έχει ανάγκη από αποδείξεις. Μπορεί να γκρεμίσει. Ανήκει όμως ή μήπως η Ευρώπη έχει τις ρίζες στην Ελλάδα;
Ο κρίκος που έλειπε έχει μπει πια στην αλυσίδα. Βέβαια έχουν χαλαρώσει κάποιοι άλλοι ή αν  υπάρχουν ακόμη δεν είναι πολύ σταθεροί. Η Ελλάδα, η Αθήνα όπως όλες άλλωστε οι χώρες που βρέχονται από τη Μεσόγειο, δεν ανήκουν ούτε μόνο στη Δύση, ούτε μόνο στην Ανατολή. Βρίσκονται ανάμεσα. Χέρια απλωμένα σε δύο κόσμους. σε δύο πολιτισμούς. Όλες, μαζί συμπληρώνουν τον κύκλο που τριγυρίζει τη λεκάνη της Μεσογείου. Όμως αυτό είναι ένα άλλο μεγάλο θέμα που δεν θα θίξουμε σήμερα τουλάχιστον εδώ.
Προς το τέλος του 20ου αιώνα-κάποιοι αρχίζουν ν' αγανακτούν) κάποιοι αρχίζουν να θυμώνουν, κάποιοι αρχίζουν να μιλούν, να γράφουν, να αγωνίζονται. Η αναβίωση και η προστασία των παραδοσιακών οικισμών, η ένταξη στην κατηγορία των μνημείων οικοδομημάτων του 19ου ακόμη και των αρχών του 20ου αιώνα, η επαναχρησιμοποίηση παλαιών κτιρίων η κελυφών, η προσπάθεια σωστής ενσωμάτωσης παλαιότερων και νεότερων οικοδομών στον αστικό ιστό της σημερινής πόλης γίνεται μόδα, γίνεται ρεύμα. Μια νέα επιστημονική και αισθητική αντίληψη, που ξεπερνά τα κλειστά πλαίσια των ειδικών επιστημόνων (αρχιτεκτόνων- αρχαιολόγων- πολεοδόμων- ιστορικών- καλλιτεχνών - ιστορικών της τέχνης-αισθητικών) και επεκτείνεται μέσω των μέσων μαζικής επικοινωνίας, στο μέσο αστό, στον απλό πολίτη, στον κάθε άνθρωπο. Το πως φυσικά εκλαμβάνει και αφομοιώνει ο κάθε ένας την υπόθεση προστασίας και ένταξης είναι μια άλλη υπόθεση. Άλλωστε και μεταξύ των ειδικών οι απόψεις διίστανται αλλά ακόμη και αυτοί που θεωρητικά τουλάχιστον ταυτίζονται, διαφέρουν συχνά σημαντικά στον τρόπο εφαρμογής. Η νομοθεσία, η κάθε νομοθεσία προστατεύει τα πάντα ή σχεδόν τα πάντα και συγχρόνως αφήνει διεξόδους στο να καταστρέφονται πολλά. Πολλές φορές η ίδια η προστασία τους είναι και η καταστροφή τους. Η Αθήνα δεν αποτελεί φυσικά εξαίρεση. Ο αστικός της ιστός, οι δρόμοι, οι πλατείες, τα σπίτια, αλλά και τα ονόματα, οι γιορτές, η οικογενειακή
ζωή, η καθημερινή ζωή διατηρούν μνήμες της κλασική Αθήνας, αναμνήσεις της νεοκλασικής.
Όταν οι δημιουργοί είναι ταλαντούχοι, τότε η μεταφορά παύει να είναι μίμηση. Οι κλασικές- μνήμες ενσωματώνονται δημιουργικά στο νέο κτίριο.


Η εικόνα που αντικρίζουν καθημερινά χιλιάδες Αθηναίοι που περνούν από μπροστά τους συνενώνει τις κλασικές με τις νεοκλασικές μνήμες με τρόπο που δεν μπορεί κανείς να τις ξεχωρίσει. Αν ο ειδικός είναι  σε θέση να τις επισημάνει, αυτό είναι γνώση. Για τον απλό μάστορα, το λαϊκό τεχνίτη η ενσωμάτωση αυτή έχει τη μορφή σκηνογραφίας, εικόνας όπου η γνώση υποχωρεί και η μνήμη εξάρεται. Στην οικία Τσοποτού πχ. που δυστυχώς κατεδαφίστηκε πριν λίγα χρόνια η στην κατοικία της οδού Ασωμάτων 45 το χορηγικό μνημείο του Λυσικράτη ή οι δύο καρυάτιδες ενσωματώνονται με ένα δικό τους εντελώς διαφορετικό τρόπο, Εδώ δεν υπάρχει επιστημονική γνώση, υπάρχει οικειοποίηση, υπάρχει συναίσθημα.
Γύρω στο 1930 αλλά κυρίως μετά το Β' Παγκόσμιο πόλεμο η πολυκατοικία αρχίζει να εκτοπίζει δειλά στην αρχή, σταθερά και αμείλικτα στη συνέχεια, τα νεοκλασικά. Όμως οι μνήμες μένουν εκεί. Οι κίονες της εισόδου της παλιάς κατοικίας μεταφέρονται στην πολυκατοικία που την αντικαθιστά. Η παλιά περίφραξη των κήπων με τα μαρμαρόγλυπτα κολωνάκια και τα μασίφ κιγκλιδώματα παραμένουν στη θέση τους. Νεοκλασικά φουρούσια «στηρίζουν» αυτοφερόμενους πρόβολους. Περισσότερο αναμνήσεις παρά μνήμες.
Κι ύστερα ο συναισθηματισμός αρχίζει να παίζει άσχημα παιχνίδια. Τα νεοκλασικά φουρούσια γίνονται παραστάδες στα τζάκια, ποδαρικά για τα τραπέζια της βεράντας. Τα ακροκέραμα, βιβλιοστάτες, διακοσμητικά πάνω στο γραφείο η το επίτοιχο. Καινούργια «νεοκλασικά»  φανάρια και κάγκελα τοποθετούνται στους δρόμους όχι όμως μόνο στην παλιά πόλη όχι μόνο στο ιστορικό κέντρο αλλά και έξω απ' αυτό στην προέκταση των μεγάλων λεωφόρων εκεί όπου ποτέ δεν υπήρχαν. Και δεν είναι καν μια επαναφορά στην νεοκλασική αρχιτεκτονική το σύγχρονο ρεύμα που εμφανίζεται και πάλι στην Ευρώπη και κυρίως στην Αγγλία. Η μήπως είναι και δεν το έχουμε πάρει είδηση; Στα προάστια της πόλης ξεφυτρώνουν νέο- νεοκλασικές επαύλεις. Άλλες δεν τις ξεχωρίζεις από τις αληθινές άλλες είναι απλά νεοπλουτίστικες - κιτς τούρτες. Η μήπως όχι; Κίονες αετώματα περίτεχνα ή απλοποιημένα εμφανίζονται στις σύγχρονες πολυκατοικίες post- modern, μιας νέας μορφής εκλεκτισμός. Θα δείξει. Σίγουρα όμως μνήμες, μνήμες αναξιοποίητες, αξιοποιημένες δημιουργικά ή καταστροφικά.

Φυσικά αυτά δεν συμβαίνουν μόνον στην Αθήνα. Όταν συμβαίνουν όμως στην Αθήνα τότε τα πράγματα διαφέρουν. Γιατί στην Αθήνα γεννήθηκε ο κλασικισμός, στην Αθήνα ο λόφος της Ακρόπολης δεσπόζει πάντα πάνω απ' την πόλη, στην Αθήνα οι δρόμοι κρατούν ακόμη τη παλιά τους χάραξη και την παλιά τους ονομασία (Ιερά οδός, οδός Τριπόδων, οδός Αδριανού) το ίδιο και οι γειτονιές και οι τοποθεσίες. Όμως οι νέες τάσεις, τα νέα ρεύματα κυλούν παντού ορμητικά και καλύπτουν τα πάντα όπως η λάβα από τα ηφαίστεια που εκρήγνυνται άλλοτε καταστρέφοντας και άλλοτε προστατεύοντας έστω και άθελά της
Η Αθήνα δεν θα αποτελέσει εξαίρεση.
Από αυτό το μεγάλο πάτσγουορκ που αποτελεί Αθήνα, η πόλη που γεννήθηκα, που μεγάλωσα, που λατρεύω και που ελπίζω να με δεχθεί όταν πεθάνω προσπαθώ να αναγνωρίσω μικρά κομμάτια αγαπημένα, δικά μου. Κι' όπως στο πάτσγουορκ που καλύπτει το κρεβάτι μου αναγνωρίζω κομμάτια από τις βελούδινες κουρτίνες της γιαγιάς μου, το ατλαζένιο φουστάνι της μάνας μου, το παλιό καλό καμηλό παλτό μου, τη πρώτη ταφταδένια φαρδιά φούστα μου, έτσι και στο αγαπημένο πάτσγουορκ της πανέμορφης, γοητευτικής, άσχημης πόλης μου αναγνωρίζω κομμάτια από το παλιότερο και το πιο πρόσφατο παρελθόν μου. Αναμνήσεις κτηρίων που γνώρισα που αγάπησα που σημάδεψαν τη ζωή μου και μνήμες, μνήμες οικοδομημάτων που δεν είδα ποτέ με τα μάτια μου, δρόμους που δεν περπάτησα ποτέ μου, που βρισκόντουσαν όμως στην ίδια θέση και είχαν το ίδιο όνομα μ' αυτούς που ξέρω που βρίσκονται μέσα μου από πάντα. Η μνήμη ως Πλατωνική γνώση.

Αυτό τον προσωπικό αλλά ταυτόχρονα πολύ γενικό καθολικό θα έλεγα τρόπο θεώρησης της πόλης μου θέλησα να μοιραστώ σήμερα μαζί σας ίσως όχι ως τον πιο αυστηρά επιστημονικό ιστορικό και τεκμηριωμένο τρόπο προσέγγισής της αλλά οπωσδήποτε περισσότερο βιωματικό και αληθινό.

Μάρω Καρδαμίτση Αδάμη


Ευχαριστώ θερμά:
Την εξαιρετική Μάρω Καρδαμίτση-Αδάμη για την πολύτιμη συμμετοχή της σ'αυτή τη συνάντηση.



Επίσης ευχαριστώ θερμά:
1
Τον συμπαθέστατο κύριο Γραμματικόπουλο
για την ταινία και την παρουσία του στο καφέ Ψ.

2
Την Odile του Λεξικοπωλείου
για την εγκάρδια φιλοξενία.

3. 
Τον Νίκο Ζωιόπουλο
για τις φωτογραφίες
4. Τον Φώτη Μαρκάδα για την αφίσα-πρόσκληση.

Επόμενο καφέ Ψ:

Δευτέρα 08 Μαίου 17     
Έργο: Έλα να σου πω, ταινία μικρού μήκους 
             της Κατερίνας Φιλιώτου.

Προσκεκλημένοι:
-Θανάσης Καράβατος, ομότιμος καθηγητής ψυχιατρικής ΑΠΘ, εκδότης του περιοδικού Σύναψις.
-Κυριάκος Χατζημιχαηλίδης και Κατερίνα Φιλιώτου, σκηνοθέτες.
Θέμα: Η σχετικότητα της ενοχής