Τρίτη, 5 Δεκεμβρίου 2017

1η Δεκ 2017: Μανιοκατάθλιψη













Καλησπέρα, καλώς ήρθατε στο δεύτερο φετινό καφέ ψ.
Επιτρέψτε μου να αρχίσω με ένα ευχαριστώ. Το απευθύνω στην αγαπητή Ιφιγένεια Μποτουροπούλου και την αδελφή της Λίζα Σιόλα των εκδόσεων Στερέωμα. Χάρη στην επιμονή τους να συμπεριλάβουμε στο καφέ ψ την παρουσίαση του βιβλίου
Θα μου χαρίσετε αυτό το χορό;

μου χάρισαν μια πολλαπλή ευκαιρία, και έχω κάθε λόγο να τις ευχαριστήσω:

Πρώτος λόγος: είχα την ευκαιρία να διαβάσω ένα ευχάριστο μικρό μυθιστόρημα, που αν και διαπραγματεύεται ένα σκληρό θέμα, εν τούτοις διαβάζεται ευχάριστα, σχεδόν χαρούμενα.

Δεύτερος λόγος (και που σας αφορά επίσης): είναι πως μας έδωσαν την ευκαιρία να συνεχίσουμε νοηματικά το προηγούμενο καφέ ψ, όπου μιλήσαμε για την κατάθλιψη και που κατά γενική ομολογία ήταν από τις πιο επιτυχημένες συναντήσεις μας. Έτσι, προεκτείνουμε σήμερα την εμπειρία περνώντας από το πένθος και την κατάθλιψη σε κάτι πιο δύσκολο και πολύπλοκο (από ψυχοπαθολογικής πλευράς), την μανιοκατάθλιψη, που είναι, κατά τη γνώμη μου, το κεντρικό θέμα του βιβλίου.

Τρίτος λόγος και πιο σημαντικός για μένα: η ανάγνωση τού βιβλίου αυτού και η προετοιμασία του σημερινού καφέ ψ με οδήγησαν να σκεφτώ ξανά τα όρια της ψυχαναλυτικής θεωρίας και πρακτικής. Και κυρίως να αναρωτηθώ πάνω στην αντιμετώπιση των ασθενών που με εμπιστεύονται, να ζυγίσω για άλλη μια φορά τις δυνατότητες και τις αδυναμίες που χαρακτηρίζουν τους ψυχαναλυτές και τις αντιδράσεις τους.
Θα μου πείτε, δεν σας εκπλήσσω. Από τότε που κάνω αυτή τη δουλειά, δουλειά που τολμώ να πω πως λατρεύω, δεν σταματώ να αναρωτιέμαι, να αμφιβάλω, να ανησυχώ. Αυτό φαίνεται στο καφέ ψ με την πολύτιμη επικοινωνία μαζί σας. Εμφανίζεται επίσης ξεκάθαρα στα γραπτά μου, στα βιβλία μου, όπου πάντα το κεντρικό θέμα είναι η ψυχανάλυση, η απίστευτη δύναμη που έχει αλλά και τα όριά της.



Πώς αντιδρώ, ως ψυχαναλυτής, απέναντι σε κάποιον που υποφέρει από μανιοκατάθλιψη και που, τις περισσότερες φορές, δεν το ξέρει; Έχω την ευαισθησία, τη διαίσθηση και τη γνώση πως μπορεί να ισχύει για κείνον μια τέτοια διάγνωση που ποτέ δεν του έχει ανακοινωθεί;
Μπορώ να παρακάμψω τα παραπλανητικά εμπόδια που μου βάζει η νευρωτική συμπεριφορά του, ώστε να υπολογίσω στα σοβαρά την υπόθεση μανιοκατάθλιψης και να μην τον ταλαιπωρήσω με την αέναη προσπάθεια για την κατάκτηση μιας ανέφικτης ψυχαναλυτικής θεραπείας;
Μπορώ να πάρω υπ’ όψη μου την φαντασίωση της παντοδυναμίας που καραδοκεί στους ψυχαναλυτικούς κύκλους, να μετρήσω τις δυνάμεις μου και να δεχτώ πως δεν είμαι παντοδύναμος; Πως ο άνθρωπος αυτός θα μπορούσε ίσως να βρει την ψυχική ισορροπία του απευθυνόμενος σε άλλες ψυχοθεραπευτικές μεθόδους; και, κυρίως, μπορώ να αντιμετωπίσω το μεγάλο ταμπού της φαρμακοθεραπείας, που ίσως στην περίπτωσή του θα αποδεικνυόταν θαυματουργή;
Αυτά περίπου τα ερωτηματικά μου προξένησε η ενασχόλησή μου με το θέμα κι ελπίζω να προχωρήσει περισσότερο η σκέψη μου με τη βοήθεια της συζήτησής μας.

Σας έλεγα την τελευταία φορά πως για φέτος σας ετοιμάσαμε ένα πλούσιο πρόγραμμα ψυχοπαθολογίας. Αρχίσαμε με την βασανιστική  ασθένεια της κατάθλιψης. Σήμερα θα συνεχίσουμε με άλλο «διασκεδαστικό» θέμα (το λέω αστειευόμενος, με δικαιολογία το βιβλίο). Θα ασχοληθούμε με μια διαταραχή, που, αν και αυτόνομη, θα έλεγε κανείς πως είναι ένα παρακλάδι της κατάθλιψης και καθόλου λιγότερο βασανιστική. Πρόκειται για σύνθετη μορφή,  ένας συνδυασμός μανίας και κατάθλιψης,  ένα περιοδικό πέρασμα από την μία στην άλλη, που παλιότερα ονομαζόταν μανιο-καταθλιπτική ψύχωση. Σήμερα, με αφετηρία την αμερικανική ψυχιατρική το όνομα εξελίχθηκε, γίνεται λόγος για διπολική διαταραχή. Έχει σημασία η ονοματολογία.

 Όπως ήδη λέγαμε στην προηγούμενη συνάντησή μας η κατάθλιψη έτσι και η μανιοκατάθλιψη φαίνεται να σχετίζεται με την κληρονομικότητα αλλά αυτό ακόμα είναι μία υπόθεση. Το σίγουρο είναι πως το οικογενειακό ιστορικό είναι καθοριστικό για την διάγνωση, και παίζει σπουδαίο ρόλο στο επίπεδο της βιολογίας και της ψυχολογίας του ατόμου.

Στην διπολική διαταραχή τα μανιακά και καταθλιπτικά επεισόδια μπορούν να ενεργοποιηθούν ξαφνικά, μέσα σε λίγες ώρες, μερικές φορές στη μέση της νύχτας. Μπορούμε να περάσουμε στιγμιαία, ή σχεδόν στιγμιαία, από τη μανία στη μελαγχολία, από την μελαγχολία στην κανονικότητα, από την κανονικότητα στη μανία και ούτω καθεξής. Όλες οι περιπτώσεις είναι δυνατές.

Οι στροφές της διάθεσης συχνά ακολουθούνται από ένα σύμπτωμα-σήμα, πάντα το ίδιο, μερικές φορές παράλογο, συχνά πολύ παράλογο.  Για παράδειγμα, κάποιος που αγοράζει ανεξέλεγκτα δεκάδες ζευγάρια κάλτσες ή παπούτσια την εβδομάδα πριν υποτροπιάσει. Είναι ένας προπομπός, ένα σύμπτωμα που προμηνύει την ασθένεια. Σε γενικές γραμμές, το στενό περιβάλλον  αναγνωρίζει και επισημαίνει αυτό το επαναλαμβανόμενο σύμπτωμα μετά από μερικά επεισόδια.
Και τότε ακριβώς ο ψυχοθεραπευτής ή ο ψυχαναλυτής χρειάζεται την ψυχραιμία, το γνώθι σαυτόν και την δεξιοτεχνία ώστε να προσανατολίσει τον ασθενή σε πιο κατάλληλο θεραπευτικό δρόμο, να τον παραπέμψει σε ψυχιατρική φροντίδα. Αυτό χρειάζεται ιδιαίτερο τρόπο και ευαισθησία ώστε η παραπομπή να γίνει χωρίς να αισθανθεί ο ασθενής απόρριψη ή, ακόμα χειρότερα, καταδίκη.

Τις περισσότερες φορές,  ανάμεσα στις δύο φάσεις, οι μανιοκαταθλιπτικοί ασθενείς είναι απόλυτα φυσιολογικοί. Ίσως και λίγο περισσότερο από το κανονικό. Κάτι που χρειάζεται προσοχή καθώς μπορεί να εκληφθεί σαν απαλλαγή από τα συμπτώματα. Ας μην ξεχνούμε πως το «περισσότερο απ’ το κανονικό» είναι από μόνο του ένα σύμπτωμα.
Δεν είναι εύκολο. Ο καθένας, και πολύ περισσότερο ο ψυχαναλυτής, χαίρεται να βλέπει τον άνθρωπο νοήμονα, δημιουργικό και δραστήριο. Μάλιστα, έχει αποδειχθεί ότι η μεγαλοφυία, η δημιουργικότητα, η υψηλή νοημοσύνη συσχετίζονται συχνά με αυτή την  διαταραχή.  Όπως έχει αποδειχθεί επίσης ότι όλα αυτά τα προτερήματα μπορούν να βρεθούν στην άμεση οικογένεια, αποδεικνύοντας ίσως την ισχυρή συμμετοχή του γενετικού παράγοντα σε αυτή την ασθένεια.

Η λέξη μανία χρησιμοποιείται με την ψυχιατρική έννοια, και είναι ακριβώς το αντίθετο της μελαγχολίας. Ο όρος μανία δεν έχει καμία σχέση με τη συνηθισμένη έννοια της λέξης, αυτό που λέμε μονομανία, δηλαδή εμμονή με κάποια ιδέα η κάποια αντικείμενα.

Ενώ η μελαγχολία είναι σκοτεινή και λυπημένη, η μανία είναι εορταστική. Ο
μανιακός, δίχως να το συνειδητοποιεί, θεωρεί τον εαυτό του τον καλύτερο, τον πιο όμορφο, τον πιο έξυπνο, τον πλουσιότερο, τον ισχυρότερο.
Εδώ θα έλεγα πως αυτό συχνά διαφαίνεται αλλά ο ίδιος δεν το λέει. Αντίθετα, όπως λέγαμε την προηγούμενη φορά, ο ναρκισσισμός του κρύβεται καλά. Εκείνος λέει πως είναι ανίκανος,  ατάλαντος, δίχως γνώσεις και δίχως δυνατότητες αλλά, κρυφά, στο βάθος πιστεύει το ακριβώς αντίθετο. Ξέρει και μπορεί να κάνει τα πάντα και είναι συνεχώς απασχολημένος με κάτι.
Ως αποτέλεσμα, μέσα στη δίνη της υπερδραστηριότητας, δεν έχει πλέον χρόνο ούτε για ύπνο, αλλά συγχρόνως δεν αισθάνεται κουρασμένος. Τρώει, πίνει, καταναλώνει περιουσίες,  χρεώνει τις πιστωτικές του κάρτες, μιλάει, μιλάει, μιλάει, δεν σταματά, κάνει συχνά αμφίβολα λογοπαίγνια,  αναλαμβάνει εκατό πράγματα ταυτόχρονα που δεν τελειώνει, πηγαίνει από το  ένα θέμα στο άλλο,  ζει επικίνδυνα, παίρνει ρίσκα και κινδύνους. Οι μανιακοί είναι παντού και πάντα, και κάποιες φορές έχουν ένα ιδιαίτερο ταλέντο στο να απαξιούν ή και να γελοιοποιούν τους άλλους. Κάτι που αργά ή γρήγορα τους ρίχνει στη μοναξιά.
Θα μπορούσαμε να πούμε ότι επειδή αισθάνονται τόσο χαρούμενοι, δεν υπάρχει λόγος να τους αντιμετωπίζουμε ως ασθενείς. Αλλά το πρόβλημα είναι ότι από τη μία πλευρά, περνούν εύκολα στην άλλη. Βυθίζονται στο χρέος, κάτι ιδιαίτερα προβληματικό για τους ίδιους και τις οικογένειές τους. Επίσης η υπερβολή τους όταν αντιμετωπίζουν δυσκολίες, τους κάνει να χάσουν τη δουλειά τους , την οικογένειά τους, τους φίλους τους. Μένουν μόνοι καθώς μερικές φορές οι ασθενείς στη μανιακή φάση μπορεί να γίνουν επιθετικοί, ακόμη και βίαιοι.

Όντας μέσα στην έξαρση του μανιακού επεισοδίου, γίνονται, άθελά τους, κουραστικοί, έχουν πάντα την τελευταία λέξη, η οποία μπορεί να τους οδηγήσει να γίνουν ακόμα πιο γελοίοι, να δυσφημίσουν τους εαυτούς τους στα μάτια των γύρω τους.
Η ψυχολογία διδάσκει λοιπόν να μην διασκεδάζουμε ποτέ με τους μανιακούς ανθρώπους, να μην τους προκαλούμε, να μην τους ανταγωνιζόμαστε, να μην προσπαθούμε να τους αποδείξουμε πόσο ενοχλητικοί γίνονται, αλλά αντίθετα να παραμένουμε υπομονετικοί και ήρεμοι.  Διότι όποιος πάσχει από μανιοκατάθλιψη υποφέρει. Και υποφέρει πολύ.
Την μανία θα μπορούσαμε να την θεωρήσουμε σαν ένα είδος δηλητηρίασης που μπορεί να διαρκέσει εβδομάδες. Και αφήνει πίσω της πάντα μια πικρή γεύση.  Κάπως σαν την επόμενη μέρα από ένα μεθύσι σε γλέντι όπου είχαμε μια συμπεριφορά ενοχλητική ή  άσεμνη ή  απαξιωτική και το πρωί ξυπνάμε με μία αίσθηση γελοιότητας και μικρότητας. Και μοναξιάς!

Και έπειτα… ήρθαν οι μέλισσες. Ακολουθεί δυστυχώς η μελαγχολία ή η στην καλύτερη περίπτωση η κατάθλιψη. Φορτωμένη τύψεις, ενοχές. Το άτομο αισθάνεται τόσο ένοχο ώστε ακόμα και ο θάνατος ή η αυτοκτονία δεν μπορεί να το τιμωρήσει.

Η εναλλαγή αυτή δεν είναι καθόλου κατανοητή. Είναι πολύ πέρα ​​από την κοινή λογική, πολύ πέρα από την ανθρώπινη κατανόηση, περιέχει βία και σκληρότητα, και μπορεί να έχει δραματικές συνέπειες.
Βέβαια, μερικές φορές η διπολική διαταραχή εκπλήσσει με τον τρόπο που εκδηλώνεται. Για παράδειγμα μερικές φορές η κατάθλιψη δεν συνοδεύεται  από αίσθηση θλίψης. Αντίθετα εμφανίζονται επώδυνα συμπτώματα, πονοκέφαλοι, πόνοι στην πλάτη, κόπωση, κατάθλιψη, νωθρότητα, ευερεθιστότητα, αϋπνία ή υπνηλία, απώλεια της δημιουργικότητας, απαισιοδοξία, αρνητισμός, καθώς και υπέρμετρη χρήση αλκοόλ ή ναρκωτικών.

Διαβάζοντας το βιβλίο του Ολιβιέ Μπουρντό με τίτλο Θα μου χαρίσετε αυτό το χορό; εντόπισα σχεδόν όλα τα συμπτώματα που σας ανέφερα παραπάνω.  Μάλιστα έπιασα τον εαυτό μου να νομίζω πως βρίσκομαι σε ψυχοθεραπευτική συνεδρία και να ακούω την διήγηση έχοντας συνεχώς στο νου μου πώς θα αντιμετώπιζα την κατάσταση.
Ναι, διότι η ιστορία μοιάζει με διήγηση ζωής πλάι σε ένα αγαπημένο πρόσωπο που πάσχει από διπολική διαταραχή. Αφηγείται ένα νεαρό αγόρι,  που βρίσκεται ανάμεσα στην παιδική και εφηβική ηλικία.
Οι κεντρικοί ήρωες του βιβλίου είναι τα μέλη μιας τριμελούς οικογένειας. Ο μπαμπάς, η μαμά, ο γιος που είναι και αφηγητής της ιστορίας.

 Έχουμε διαβάσει κατά καιρούς αρκετά βιβλία που αφηγούνται με μυθιστορηματικό τρόπο μια κλινική περίπτωση ψυχικής ασθένειας που εκτυλίσσεται μέσα στο οικογενειακό περιβάλλον. Φαίνεται πως το επώδυνο θέμα έλκει αναγνώστες και εκδοτικούς οίκους.  Παρατήρησα πως συχνά πρόκειται για σοβαρή ασθένεια του γονιού, όπως η κατάθλιψη ή η σχιζοφρένεια,  και άλλες «διασκεδαστικές» καταστάσεις που φαίνεται να κεντρίζουν  την περιέργεια και την ευαισθησία του κοινού. Αν ήθελα να είμαι λιγάκι αυστηρός θα έλεγα ίσως πως πρόκειται για περιέργεια με μια δόση οφθαλμολαγνείας. Πέρα από την κριτική όμως, θα έλεγα πως είναι αισιόδοξο να ενδιαφέρεται το αναγνωστικό κοινό από την λογοτεχνική προσέγγιση της ψυχικής διαταραχής.

Εδώ, στο βιβλίο του Μπουρντό έχουμε μια ιδιαίτερη περίπτωση: πρώτον η  αφήγηση  είναι πραγματικά διασκεδαστική. Ένα μεγάλο κομμάτι του βιβλίου διασκεδάζει τον αναγνώστη με τις υπερβολές, τις τρέλες και τις ιδιομορφίες της οικογένειας.

“Κάποιοι δεν τρελαίνονται ποτέ. Η ζωή τους θα πρέπει να είναι πολύ βαρετή”. Απόφθεγμα ΜΠΟΥΚΌΦΣΚΙ.



Επίσης το ενδιαφέρον σε αυτό το βιβλίο είναι πως η διήγηση δεν είναι μονομερής. Ο αφηγητής είναι διπλός, σαν δυο διαφορετικές οπτικές γωνίες του ίδιου πράγματος. Στην αφήγηση του αγοριού ενσωματώνεται, σε αποσπάσματα, ένα χειρόγραφο κείμενο γραμμένο, υποτίθεται, από τον μπαμπά της οικογένειας και που έχει σαν θέμα επίσης την περιπέτεια της ψυχικής υγείας της μαμάς καθώς και  τις επιπτώσεις φέρει η ασθένεια στην εξέλιξη της σχέσης του ζευγαριού αλλά και ολόκληρης της οικογένειας.

Πάντως από μία συνέντευξη του Ολιβιέ Μπουρντώ που παρακολούθησα κατάλαβα πως δεν πρόκειται ακριβώς για πραγματική περιγραφή μιας αυτοβιογραφικής εμπειρίας. Έλεγε στη συνέντευξη πως όταν άρχισε να γράφει το μυθιστόρημα δεν ήξερε την εξέλιξη της πλοκής.
Ενώ στο σημείωμα στις πρώτες σελίδες του βιβλίου γράφει:
Αυτή είναι η πραγματική μου ιστορία, με ψέματα απ’ την καλή κι απ’ την ανάποδη, γιατί η ζωή είναι συχνά έτσι.
Υποθέτω πως πρόκειται για μυθοπλαστική απόδοση μιας πραγματικής ιστορίας με φανταστικές προεκτάσεις όπου επεξεργάζεται τα τραύματα και τις φαντασιώσεις του που πηγάζουν από στοιχεία της πραγματικότητας.

Πρέπει να πω πως η μετάφραση του βιβλίου στα ελληνικά είναι απόλυτα πειστική. Ο λόγος τρέχει, στρωτός, δίχως κόμπους κατανόησης, το κείμενο μοιάζει να είναι γραμμένο από την αρχή  στη γλώσσα μας.
Την καλή μετάφραση τη χρωστάμε στην Ρίτα Κολαΐτη, που είναι απόψε προσκεκλημένη μας και θα μας πει δυο λόγια αναφορικά με τα λογοτεχνικά στοιχεία του  βιβλίου.
Αλλά πριν ακούσουμε την Ρίτα Κολαΐτη σας προσκαλώ να πάρουμε μια γεύση από το μυθιστόρημα, από το ύφος του, από τη γλώσσα του.
Ας παρακολουθήσουμε λοιπόν ένα βίντεο με αποσπάσματα του βιβλίου.


Σαν μουσική επένδυση χρησιμοποιήσαμε ένα τραγούδι που κυριαρχεί στο μυθιστόρημα με συχνές αναφορές στο συγκεκριμένο μουσικό κομμάτι, διαβάζοντας το βιβλίο το ακούμε, κάτι σαν μουσικό χαλί πίσω από το κείμενο.
Ο ζωγράφος Νίκος Αγγελίδης
Η ζωγράφος Μαριάννα Στεφάνου





Επίσης για το βίντεο αυτό επιλέξαμε να συνοδέψουμε την ανάγνωση με ζωγραφικά έργα που έχουν κάποια σχέση με το θέμα και είναι έργα γνωστών μας καλλιτεχνών, φίλων και θαμώνων τού καφέ Ψ. 

ΠΡΟΒΟΛΗ ΒΙΝΤΕΟ




Η μεταφράστρια Ρίτα Κολαΐτη
ΠAΡΕΜΒΑΣΗ ΡΙΤΑΣ ΚΟΛΑΪΤΗ:


Το 2016 οι βιβλιοκριτικοί και οι άνθρωποι του βιβλίου στη Γαλλία εντυπωσιάζονται από έναν άγνωστο, μέχρι τότε, συγγραφέα και το πρώτο του μυθιστόρημα το οποίο κάθε άλλο παρά «ορθόδοξο» είναι. Επιπλέον δε, ο γαλλικός τίτλος «En attendant Bojangles» (Περιμένοντας τον Μποντζάνγκλ) απευθύνεται μάλλον σε μυημένους ή σε λάτρεις της Νίνα Σιμόν παρά στον μέσο αναγνώστη. Κι όμως, γίνεται αμέσως ανάρπαστο, οι κριτικές είναι διθυραμβικές, το βιβλίο φιγουράρει στις πρώτες θέσεις των ευπώλητων, τα λογοτεχνικά βραβεία διαδέχονται το ένα το άλλο και όλοι αναρωτιούνται ποιος είναι αυτός ο νεαρός Ολιβιέ Μπουρντό. Σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, μάλιστα, τα δικαιώματα πωλούνται σε πολλές χώρες όπου κι εκεί η επιτυχία είναι αναπάντεχη.
Στο «Μου χαρίζετε αυτό το χορό;», ο συγγραφέας μάς προσκαλεί να γνωρίσουμε μια οικογένεια όπου η μαγεία και η υπερβολή αποκρύπτουν την τραγωδία. Μας οδηγεί σ’ έναν εκπληκτικό κόσμο έρωτα κι απελπισίας τον οποίον δεν θέλουμε στιγμή να εγκαταλείψουμε.
Η ιστορία με δυο λόγια: σε μια «αλλόκοτη» οικογένεια, οι γονείς ζουν έναν απόλυτο, τρελό έρωτα, χορεύουν μόνο με το τραγούδι της Νίνα Σιμόν –το μοναδικό βινύλιο που υπάρχει στο σπίτι άλλωστε, και το οποίο παίζει αδιάκοπα-, δημιουργούν μια ατμόσφαιρα αέναης γιορτής στο σπίτι, το οποίο μοιράζονται με τον μονάκριβο γιο τους, ένα μεγάλο εξωτικό πουλί το οποίο βγάζουν βόλτα με λουρί και τους εκκεντρικούς φίλους τους. Μιλούν μεταξύ τους στον πληθυντικό , αποκαλούν ο ένας τον άλλον με φανταστικά ονόματα τα οποία αλλάζουν καθημερινά, πίνουν ολημερίς κοκτέιλ και σαμπάνια, οργανώνουν μοναδικά δείπνα όπου εκκεντρικά ντυμένοι καλεσμένοι συζητούν παθιασμένα επί παντός επιστητού. Όλον αυτόν τον στρόβιλο τον δημιουργεί η μητέρα, μια γυναίκα που ζει μέσα σε μια χίμαιρα, μια ουτοπία, μια ποίηση, μια φαντασία η οποία, κάποια μέρα, θα την οδηγήσει σε επικίνδυνα μονοπάτια… Πατέρας και γιος θα κάνουν ό,τι περνάει απ’ το χέρι τους για να συνεχιστεί τούτη η ιλιγγιώδης γιορτή με κάθε τίμημα.
Εναλλάσσοντας τη φωνή του πατέρα (στα μυστικά σημειωματάριά του) με τη φωνή του γιου, όπου εναλλάσσεται και το ύφος του συγγραφέα, το μυθιστόρημα προσφέρει έναν τόπο όπου ποίηση και χίμαιρα γίνονται ένα για να μιλήσουν για την τρέλα –που φέρει τ’ όνομα της υστερίας, της διπολιτικότητας ή της σχιζοφρένειας.

Το παιδί, ενήλικας πια, αναπολεί τις μαγικές στιγμές που πέρασε σ’ ένα
Η εκδότρια Λίζα Σιόλα
σπίτι όπου κυριαρχούσε ο τρελός έρωτας, η καθημερινή απόλαυση, η χαρά της ζωής. Σε τούτο το σπίτι ο καθωσπρεπισμός και οι κανόνες δεν είχαν καμιά θέση. Το παιδί συναναστρέφεται μόνον περίεργους ενήλικες, ακούει παράξενα πράγματα, εγκαταλείπει το σχολείο γιατί είναι ο αντίποδας των οικογενειακών αρχών του, περνάει υπέροχες βραδιές… Ο πατέρας αποκρύπτει την αλήθεια απ’ το παιδί. Κάποια στιγμή όμως η τρέλα θα κατακλύσει τα πάντα και η πραγματικότητα θα είναι αδυσώπητη. Η μητέρα, το επίκεντρο της ζωής τους, θ’ αρχίσει σιγά σιγά να παρεκκλίνει ανεξέλεγκτα, τα ξέφρενα γέλια θα γίνουν δάκρια, ο φόβος ελλοχεύει και, στο τέλος, η τρέλα θα παρασύρει τα πάντα. Στο τελευταίο μέρος του βιβλίου, η δραματική ένταση κορυφώνεται και ο τελευταίος χορός είναι μαγευτικός.
Ένα μυθιστόρημα σπινθηροβόλο και τραγικό, αισιόδοξο και σπαρακτικό, όπου η φαντασία συνυπάρχει με την εγκαρτέρηση, η πολυτέλεια με την ένδεια, το μεγαλείο με την παρακμή. Κάποιες στιγμές ο αναγνώστης νομίζει ότι συναντάει τους ήρωες του «Αφρού των ημερών» του Μπορίς Βιαν, κάποιες άλλες η μητέρα θυμίζει τη Ζέλντα, τη θρυλική αγαπημένη σύζυγο του Φιτζέραλντ.
Ένα μυθιστόρημα σαγηνευτικό όπου η μελωδία της Νίνα Σιμόν διαπερνάει την κάθε σελίδα και ο τρελός έρωτας είναι, όσο ποτέ άλλοτε, αντάξιος του ονόματός του. Όπως έγραψε χαρακτηριστικά ένας κριτικός «ένα μελωδικό πεζογράφημα που κάνει τα δάκρια να χαμογελούν και τη χαρά να κλαίει».


Θα σταθώ για λίγο  σε ένα λογοτεχνικό εύρημα του συγγραφέα. Μας προσφέρει ένα είδος συρταρωτού μυθιστορήματος, καθώς μέσα στην διήγηση του παιδιού της οικογένειας βρίσκουμε ένα χειρόγραφο  του πατέρα του.
 Όπως μας έλεγε πριν λίγο η Ρίτα Κολαΐτη το μυθιστόρημα είναι γραμμένο…

Εναλλάσσοντας τη φωνή του πατέρα (στα μυστικά σημειωματάριά του) με τη φωνή του γιου, όπου εναλλάσσεται και το ύφος του συγγραφέα…

Το στοιχείο αυτό έχει ενδιαφέρον από ψυχολογικής πλευράς καθώς μετατοπίζεται η οπτική γωνία και ο αφηγητής από παρατηρητής γίνεται αντικείμενο παρατήρησης. Παρατηρούμε πώς το περιβάλλον,  εν προκειμένω ο σύζυγος και πατέρας του αφηγητή επικροτεί, ενισχύει και ενθαρρύνει με τον τρόπο του την τρελή γιορτή που επικρατεί στην οικογένεια. Αυτή η τρέλα πηγάζει από την διαταραχή της μαμάς.
Ενώ στο χειρόγραφο του πατέρα βλέπουμε και το ίδιο το παιδί να απολαμβάνει την άνευ όρων ελευθεριάζουσα ανεμελιά που βασιλεύει στο, έξω από κάθε σύμβαση, νοικοκυριό.
Χαρακτηριστική είναι η έκφραση που χρησιμοποιεί «μετακόμιση του μυαλού της μαμάς» ενώ παρακολουθούμε αλλεπάλληλες πραγματικές μετακομίσεις της οικογένειας που είναι αποτέλεσμα χρεών, ή ακόμη και φωτιάς που ανάβει η ίδια η ταραγμένη γυναίκα.

Τον νεαρό αφηγητή της ιστορίας, που λέτε, ευχαρίστως θα τον δεχόμουν για ψυχανάλυση, καθώς, αν κρίνω από το πνεύμα της γραφής του, εύκολα θα αφηνόταν στον ελεύθερο συνειρμό για να μιλήσει και να επεξεργαστεί το τραύμα που δημιούργησε μέσα του η οικογενειακή τραγωδία. Αυτόν ναι, θα επιθυμούσα να τον ακούσω.

Η μεταβίβαση που θα μπορούσε να εγκατασταθεί στις συνεδρίες μας θα είχε εξαιρετικό ενδιαφέρον για μένα, αν κρίνω από την αφιέρωση του συγγραφέα.
Γράφει:
Στους γονείς μου για το μείγμα υπομονής και καλής πρόθεσης, καθημερινή μαρτυρία της τρυφερότητάς τους.
Ως ψυχαναλυτής που είμαι, φαντασιώνομαι, λοιπόν, πως ο αναλυόμενός μου θα μού αφιέρωνε την διήγησή του και αντικαθιστώ το «γονείς μου» με το «αναλυτή μου».
Εσείς, ως αναγνώστες, αντικαταστήστε το με ό,τι θέλετε…


Αυτά για το γιο.
Αλλά, για να πω την αλήθεια, δεν θα ευχόμουν να έχω στο γραφείο μου για θεραπεία την μητέρα. Άλλωστε, δεν φαντάζομαι να σκεφτόταν ποτέ να ζητήσει οποιαδήποτε βοήθεια αυτού του είδους. Πιθανόν ναι, πιεσμένη από το περιβάλλον της να έκανε κάποιες επισκέψεις, συνήθως όμως βουτηγμένη στη δυσπιστία και την απαξίωση. Πιθανόν. Αλλά αν υποθέσουμε πως με επισκεπτόταν, εννοείται πως σύντομα θα την παρέπεμπα σε ψυχίατρο. Άλλωστε η κλασική επιστήμη της ψυχιατρικής θεωρεί πως η ψυχανάλυση δεν ενδείκνυται σε αυτή την περίπτωση.  Συγχρόνως θα μου ήταν και πολύ δυσάρεστο να βλέπω, (για την ακρίβεια να ανιχνεύω), τις τεράστιες δυσκολίες αυτής της γυναίκας, καλά κρυμμένες στη γιορτινή φανταχτερή ζωή της, όντας στην ουσία ανίκανος να αντιδράσω αποτελεσματικά.
 Ο μανιοκαταθλιπτικός ασθενής ζει έντονα το παρόν του αλλά δεν είναι σε θέση να προγραμματίσει για το μέλλον του, να προβλέψει τι θα είναι στο μέλλον. Ως εκ τούτου ξοδεύει το χρόνο του στην μανία ή στην μελαγχολία αναπολώντας συνεχώς τα λάθη του, μιλάει συνέχεια για τα λάθη του, τελικά γίνεται ένα με το λάθος του. Και, φαύλος κύκλος, αφού κατηγορήσει τον εαυτό του για το ένα λάθος στη συνέχεια πηγαίνει  κατευθείαν σε ένα άλλο λάθος.
Έτσι, ασχολούμενος με τα λάθη του σκέφτεται μόνο το παρελθόν του.

Αλλά, εδώ που τα λέμε, και η ψυχανάλυση τι ζητάει από τον ασθενή; Να ψάξει και να σκεφτεί την παιδική του ηλικία, να αναζητήσει την προέλευση της νεύρωσής του στην προηγούμενη ζωή. Θα λέγαμε ότι κατά κάποιο τρόπο η ψυχανάλυση ακολουθεί την ίδια κατεύθυνση με την κατάθλιψη, πράγμα που μπορεί σε ορισμένες περιπτώσεις να επιδεινώσει το πρόβλημα.
Θα είχε ίσως νόημα να ακούσω αυτή τη γυναίκα (και κυρίως να ακούσει εκείνη τον εαυτό της) αλλά σίγουρα όχι κατά τη διάρκεια των καταθλιπτικών ή  των μανιακών επεισοδίων της.

Στην περίπτωσή της η ψυχανάλυση θα την βοηθούσε ενδεχομένως να αντικατοπτρίζεται σε ορισμένες περιπτώσεις  και να εντοπίζει τις ρίζες του κακού και έτσι θα μπορούσε να βοηθηθεί στην πρόληψη υποτροπής, αποφεύγοντας την επανάληψη συμπεριφορών και καταστάσεων που είναι επικίνδυνες ή οδυνηρές.
Επίσης η ψυχοθεραπεία θα ήταν υποστηρικτική σε περίπτωση επανεμφάνισης της νόσου.

Εντάξει, μπορεί και να την δεχόμουν για ψυχανάλυση αλλά πάντως μόνο με παράλληλη ψυχιατρική και  φαρμακευτική φροντίδα. Και σίγουρα μετά από δικό της αίτημα που θα σήμαινε πως είναι έτοιμη να αφεθεί μαζί μου σε  ενδοσκόπηση και σύνδεση ανάμεσα στα θέματα της ζωής της. Έτσι κι αλλιώς θεραπεία δεν νοείται παρά μέσα σε ένα πνεύμα εμπιστοσύνης ανάμεσα σε εκείνη και τον ή τους θεραπευτές της. Εμπιστοσύνη και αίσθηση ασφάλειας. Διότι αυτό κυρίως που είναι αποτελεσματικό είναι η καλή σχέση ανάμεσα στον ασθενή και τον ψυχοθεραπευτή του. Καθώς τίποτα στην ιατρική τέχνη, με την γενική έννοια του όρου, δεν είναι περισσότερο σημαντικό από τον ανθρωπισμό και την αποδοχή του άλλου.
 Όπως για πολλές ασθένειες έτσι και για την μανιοκατάθλιψη κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί πως κατέχει τα κλειδιά για την θεραπεία της.

Ο ψυχίατρος Νίκος Ζηλίκης
Ωστόσο, ευτυχώς η κατάθλιψη δεν είναι - δεν είναι πλέον -  θανατηφόρα.
Η ενασχόλησή μου με το βιβλίο και το σημερινό θέμα έφερε ξανά στην επιφάνεια της σκέψης μου τον ανταγωνισμό ανάμεσα στα δύο στρατόπεδα, των νευροεπιστημών και της ψυχολογίας-ψυχανάλυσης, που σε πείσμα των σύγχρονων ρευμάτων συγκατοίκησης και συμπόρευσης συνεχίζει να βάζει εμπόδια σε μια ολιστική και ολοκληρωμένη αντιμετώπιση της ψυχικής νόσου.
Πρόκειται για την περιβόητη φαντασίωση της παντοδυναμίας, που σας έλεγα στην αρχή. Δυστυχώς, στον τομέα της υγείας η φαντασίωση αυτή κατέχει ακόμα κεντρική θέση.

Ευτυχώς, υπάρχουν φωτισμένα πνεύματα που μιλούν και αρθογραφούν για την αμφιβολία και την δυσκολία του θεραπευτή να προσαρμόσει την συμπεριφορά του στην κάθε περίπτωση. Πέρασε ο καιρός της αυθεντίας. Είναι πια συνείδηση πως ασθενείς με τέτοιες βαριές διαταραχές έχουν ανάγκη από μεθοδευμένη και πολυμορφική αντιμετώπιση. Από συνδυασμό θεραπειών που συνεργάζονται, συσκέφτονται, αποφασίζουν και ενεργούν με αλληλοϋποστήριξη.
Νομίζω πως μόνον ένα παρόμοιο θεραπευτικό σχήμα (που φέρει το μοντέρνο όνομα ψυχο-εκπαίδευση) θα μπορούσε να εμπνεύσει εμπιστοσύνη στον διαταραγμένο ψυχισμό του μανιακοκαταθλιπτικού ασθενούς. Ενός ασθενούς που πολύ πριν εμφανιστούν τα σοβαρά συμπτώματα διακατέχεται ήδη από αμφισβήτηση για κάθε ψυχοθεραπεία, για κάθε εξωτερική παρέμβαση στην υπομανιακή γιορτή που έχει στήσει μέσα του η ναρκισσιστική (στα όρια της ψύχωσης) δομή της ψυχής του.




Επόμενη συνάντηση καφέ ψ:
Ψυχοσωματικά: συμπτώσεις ή συμπτώματα;
Παρασκευή 2 Φεβρουαρίου 2018.