Κυριακή, 24 Απριλίου 2016

Η Ερμηνεία των Ονείρων (μέρος τρίτο) στο Λεξικοπωλείο

Καλησπέρα.
Καλώς ήλθατε στο φιλόξενο και ανοιχτόκαρδο Λεξικοπωλείο για το προτελευταίο φετινό καφέ ψ.
Οι ψυχαναλυτικές κατασκευές μας θα έχουν σαν θέμα και απόψε το όνειρο.
Στην επόμενη και τελευταία μας συνάντηση, ελπίζω, επιτέλους, να ασχοληθούμε με τον εφιάλτη, κάτι που, όπως παρατηρήσατε, αναβάλλεται συνεχώς.
Ψυχαναλυτικές κατασκευές λοιπόν με αφετηρία το ζωγραφικό έργο. Για την ακρίβεια, σήμερα δεν παρουσιάζουμε πίνακα ζωγραφικής, αλλά κάτι πιο ταιριαστό λεκτικά με το θέμα μας: μια κατασκευή.

Δίνω αμέσως τον λόγο στο ζωγράφο Βασίλη Πέρρο, για να μας εξηγήσει περί τίνος πρόκειται.

Ο Βασίλης Πέρρος





















J.B. Pontalis

Το βλέπω ζωγραφιστό.

Ονειρεύομαι πως κυκλοφορώ στις αίθουσες ενός μουσείου ζωγραφικής. Παρατηρώ προσεκτικά τους πίνακες, κυρίως ένα μικρό έργο του CHARDIN το οποίο εμφανίζεται σε μεγέθυνση, χάρη σε ένα έξυπνο σύστημα – ένα κεκλιμένο επίπεδο με καθρέφτη.
Κάποιος επισκέπτης διατείνεται πως ο συγκεκριμένος πίνακας δεν έχει κανένα ενδιαφέρον και πως το μοναδικό στοιχείο που ελαφρύνει την κριτική είναι ένα απόσπασμα του οποίου η θέαση είναι ευκολότερη με την μεγέθυνση που κάνει τις λεπτομέρειες εμφανείς.
Σε μια γωνία της αίθουσας είναι αναρτημένοι δύο πίνακες, ενός ερασιτέχνη ναΐφ ζωγράφου, προφανώς δίχως ταλέντο, που ξενίζουν, τοποθετημένοι εκεί, ανάμεσα σε τόσους πίνακες μεγάλων καλλιτεχνών.
Ο διπλανός μου με ενημερώνει πως είναι έργα του διευθυντού του μουσείου, που, χρησιμοποιώντας την ιδιότητά του, επέβαλε την έκθεσή τους.

Η ερμηνεία αυτού του ονείρου με απασχολεί λιγότερο από το εξής αίνιγμα:
Πώς είναι δυνατόν η αντίληψη του πίνακα του CHARDIN να αποδίδεται με τόση ένταση, να είναι απείρως πιο συγκεκριμένη από αυτή που συνήθως διαθέτω όταν επισκέπτομαι ένα μουσείο;
Απάντηση:
Οι εικόνες του ονείρου δεν είναι εικόνες, τότε τι είναι; Μοιάζουν μήπως με τις παραισθήσεις που αφαιρούν κάθε απόσταση από το αντικείμενο και μας το δείχνουν μέσα στην απόλυτη παρουσία του;
Να ονειρεύομαι άραγε πως είμαι ζωγράφος; Δεν μπορώ να είμαι παρά στο όνειρο; Σαν τον διευθυντή του μουσείου, εκμεταλλευόμενος την ιδιότητα του ονειρευόμενου, μπαίνω παράτυπα στον κόσμο των μεγάλων ζωγράφων. Αλλά δίχως να είμαι εντελώς αφελής: καθένας με το επάγγελμά του!

(Από το βιβλίο του   J. B. Pontalis  En marge des nuits).

Το καθένας με το επάγγελμά του σημαίνει: ο ζωγράφος με τη ζωγραφική, ο διευθυντής μουσείου με τη διεύθυνση του μουσείου, ο ψυχαναλυτής με την ψυχανάλυση (δίχως να είμαι εντελώς αφελής, λέει ο συγγραφέας του κειμένου, υπονοώντας την δυνατότητα ερμηνείας τού έκδηλου περιεχόμενου του ονείρου).
Το κείμενο με παραπέμπει στην έννοια της «παράστασης πράγματος», (το αντικείμενο μέσα στην απόλυτη παρουσία του) και στην έννοια «παράστασης λέξης», που είναι αποτέλεσμα ψυχικής διεργασίας, πιο εξελιγμένη από την αναπαράσταση πράγματος.

Μιλώντας για αυτές τις δυο έννοιες και επειδή δεν θα ήθελα να κλείσουμε το θέμα της ψυχαναλυτικής ερμηνείας του ονείρου δίχως να ακούσουμε κάποια αυθεντικά λόγια του Φρόιντ, σας διαβάζω λίγες γραμμές από το κείμενο ΜΕΤΑΨΥΧΟΛΟΓΙΚΟ ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑ ΣΤΗΝ ΟΝΕΙΡΟΛΟΓΙΑ, 1915, Εκδόσεις Επίκουρος, σελίδα 136.

...Από την Ερμηνεία των ονείρων γνωρίζουμε πώς εξελίσσεται η επαναστροφή των προσυνειδητών υπολειμμάτων της ημέρας κατά τη διαδικασία της ονειροπλασίας. Οι ιδέες μετατρέπονται σε κυρίως οπτικές εικόνες, δηλαδή οι παραστάσεις λέξης ανάγονται στις αντίστοιχές τους παραστάσεις πράγματος, και γενικά σαν να κυριαρχούσε σε όλη τη διαδικασία η μέριμνα για παραστασιμότητα. Μετά την ολοκλήρωση της επαναστροφής απομένουν στο υποσυνείδητο αρκετές επενδύσεις που αφορούν αναμνήσεις πραγμάτων, στις οποίες επενεργεί η πρωτογενής ψυχική διαδικασία, ώσπου με την συμπύκνωσή τους και τη μετάθεση των επενδύσεων ανάμεσά τους να διαμορφώσει το έκδηλο περιεχόμενο του ονείρου.
...οι λέξεις και γενικώς τα λόγια δεν είναι νέες δημιουργίες, αλλά ομοιώματα των λόγων της προηγούμενης μέρας, ή άλλων εντυπώσεων. Είναι αξιοσημείωτο πόσο λίγο πιστή στις παραστάσεις λέξης μένει η εργασία του ονείρου. Κάθε στιγμή είναι έτοιμη να αντιμεταθέσει τα λόγια μέχρι να βρει την κατάλληλη έκφραση που θα της επιτρέψει να παραστήσει τις ιδέες με έναν πλαστικό τρόπο.

Στο διήγημα που θα ακούσουμε οι παραστάσεις πράγματος εμφανίζονται στο όνειρο του ανθρώπου που μιλάει. Στη συνέχεια εξελίσσονται σε παραστάσεις λέξης, υφίστανται δηλαδή την ψυχική διαδικασία μέχρι να αποτελέσουν το έκδηλο περιεχόμενο του ονείρου.
Όμως, πριν ακούσουμε το καθιερωμένο διήγημα με τον γνωστό μας ψυχαναλυτή Νικηφόρο Φωκά και τον αναλυόμενό του (τον οποίο θα υποδυθεί απόψε ο Δημοσθένης Ελευθεριάδης), θέλω να σταθώ σε ένα καταπληκτικό κείμενο για το όνειρο που έγραψε  για μας ο πιστός θαμώνας του καφε ψ, ο Διονύσης Παπακώστας.
Θα βρείτε ολόκληρο στο κείμενο αναρτημένο στο μπλογκ του καφέ ψ σε λίγες μέρες, σήμερα θα ακούσουμε μια παράγραφό του που θα μας διαβάσει ο φίλος Λάρης Κόμης ο οποίος έκανε και τις σχετικές φιλολογικές διορθώσεις στο κείμενο. Αμέσως μετά θα ακούσετε το διήγημα.

Ονειρεύομαι και, μην υποκύπτοντας στην ονειροφοβία, ονειροπολώ ονειροπλάθοντας ονειροφαντασίες και με ονειρικό σπόρο ονείρωξης γεννώ ψυχικά, λυρικά και εφιαλτικά, ονειροδράματα. Ονειρεύομαι και με ονειραιτησία αποπειρώμαι να αποσπάσω ονειρικές μαντικές αποκαλύψεις, με μαγικές τελετές εγκοίμησης στα ονειρομαντεία ―του Ασκληπιού, του Τροφώνιου ή και του Κέλτη Νόντενς― αιτούμαι την αποστολή θεόπεμπτων ιαματικών ονείρων να έλθουν να εντυπωθούν στο ενορατικό κάτοπτρο του νου, ως μυστηριώδη ζωγραφικά ίχνη από Κόσμους Άλλους.

Το διήγημα.

Οι συνεδρίες του βαγονιού

Σήμερα έχει κάτι το νοσταλγικό η συνεδρία του. Τον νιώθω να θέλει να χαϊδέψει μνήμες απ’ τα παλιά, το βλέμμα του περιφέρεται στο χώρο με γλύκα, σχεδόν με ηδονή. Αγγίζοντας τα γκρίζα γένια του, αρχίζει να μιλάει, χωρίς να με κοιτάζει:

-Έφυγα από τον τόπο μου, κύριε Φωκά, το 1974.
Ήμουν ένα νέο παλικαράκι, το πολύ 18 χρονών. Άβγαλτο, ασυνήθιστο σε κακουχίες. Στοιβάχτηκα, μεσάνυχτα, σε ένα τριτοκοσμικό τρένο με χιλιάδες κόσμο:
Βρώμικοι κοιμισμένοι τουρίστες που επέστρεφαν στις αστραφτερές πόλεις του βορρά, κάτι μεταπτυχιακοί ηλικιωμένοι φοιτητές σε Παρίσια και Λονδίνα, και διάφοροι αγρότες που γύριζαν στα χωράφια τους στη Θεσσαλία, μετά από ένα Σαββατοκύριακο στα μπουζούκια και τα στρηπτιζάδικα της πρωτεύουσας.
Δεν είχα θέση στο τρένο. Για την ακρίβεια, είχα! Θυμάμαι και το νούμερο. Ήταν το 105. Όμως στο βαγόνι μου, οι αριθμοί σταματούσαν στο 98. Μετά, ήταν ο διάδρομος, η έξοδος και η τουαλέτα. Η οποία, ας σημειώσω, χρησίμευσε για σουίτα πολυτελείας, αργότερα, όταν βγήκαμε από τα σύνορα, σε κάτι Γιουγκοσλάβες γριές με τσεμπέρια και καλάθια στον ώμο.
Βολεύτηκα λοιπόν, πάνω στη βαλίτσα μου. Ίσα που βρήκα ένα κομμάτι διαδρόμου δίχως παπούτσια και υπνόσακους για να την ακουμπήσω. Και κάθισα πάνω της.

Ο κακομοίρης ο συχωρεμένος ο πατέρας μου, θορυβήθηκε. Πριν φύγει το τρένο, έτρεξε
έξαλλος να διαμαρτυρηθεί, σε σταθμάρχες και καποτρένους με σφυρίχτρες. Εκείνοι τον καθησύχασαν. Στη Σαλονίκη, λέει, θα κατέβουν οι μισοί. Τότε θα βρει θέση το παλικάρι σου.
Έτσι, αποχαιρετιστήκαμε με υγρό χαμόγελο.

Πράγματι, στο σταθμό Θεσσαλονίκης 
κατέβηκαν οι μισοί. Μόνο που, ανέβηκαν περισσότεροι! Η ατμόσφαιρα στο βαγόνι έγινε αποπνικτική. Ένας αχταρμάς κόσμου και γλωσσών, ακατανόητες οι περισσότερες.
Το τρένο κίνησε βαρύ για Ειδομένη, Γευγελή, Βελιγράδι. Κοίταζα το τοπίο της βαλκανικής υπαίθρου και κατάπινα το λυγμό της νοσταλγίας που φώλιασε μέσα μου, και που από τότε δεν με άφησε, για πολλά χρόνια.
Πού πήγαινα; Ποια μύγα με τσίμπησε κι αποφάσισα να φύγω; Τι κάνω εδώ, με όλους αυτούς που με σπρώχνουν και με αγνοούν, ποιοι είναι; Άδικα προσπαθούσα να δω το βλέμμα τους για να λυπηθούν το δικό μου. Λες και φορούσαν μάσκες. Εκείνες τις προσωπίδες των ξένων, των άλλων, των μη κατανοητών, των εχθρών σχεδόν. Πού πήγαινα μόνος, πού πήγαινε όλος αυτός ο συρφετός;
Σε κάθε στάση, σε κάθε χωριό, κάποιοι κατέβαιναν, περισσότεροι και πιο φορτωμένοι ανέβαιναν. Η χαρτονένια καρώ βαλίτσα μου, δέχτηκε τη βία πάνω της από άπειρα πόδια που την κακοποιούσαν μέσα στο σπρωξίδι και την κοσμοσυρροή.
Θυμάμαι να κοιμάμαι όρθιος, στηριγμένος στο κάγκελο του παραθύρου, και να τινάζομαι σε κάθε τράνταγμα, σε κάθε σωματική πίεση από αξούριστους αγνώστους ή από εύσωμες χωριάτισσες.
Ήμουν στα όρια της κατάρρευσης.

Μετά από δυο μέρες, το τρένο περνούσε τα σύνορα του πολιτισμού, έμπαινε στο γαλήνιο λιμάνι της ευρωπαϊκής ευημερίας.
Τότε, με 48 ώρες καθυστέρηση, επιβεβαιώθηκε ο σταθμάρχης της Αθήνας. Το παλικαράκι βρήκε θέση αναπαυτική, σε κουπέ με ξεθωριασμένες και τριμμένες αλλά αναπαυτικές, πρώην βελούδινες, πολυθρόνες. Η δε βαλίτσα μου ξαναβρήκε την αξιοπρέπειά της, σχεδόν μόνη στο δίχτυ αποσκευών των κανονικών επιβατών.
Συνομίλησα τότε με τους συνταξιδιώτες μου.
Είχαν απομείνει οι ηλικιωμένοι μεταπτυχιακοί που έλεγα πριν. Άλλη αξέχαστη εμπειρία, εκείνη! Να σας πω κάτι; Τότε κατάλαβα πως θα μου άρεσε να κάνω τη δουλειά που κάνετε.

-Α, ναι; Πώς αυτό;

-Στις δώδεκα περίπου ώρες που μας χώριζαν από το Παρίσι άκουσα καταπληκτικές ιστορίες ζωής. Καθόμουν δίπλα σε κάποιον που δεν γνώριζα, και τον άκουγα να μου ανοίγει την καρδιά του, να βγάζει την πίκρα και τον θυμό του σε έναν άγνωστο, ξέροντας πως δεν θα τον γνωρίσει ποτέ...
Θα σας πω, ίσως, σε άλλη συνεδρία, το περιεχόμενο αυτών των εξομολογήσεων. Διότι, φυσικά και τις θυμάμαι. Μπορεί μάλιστα να τις γράψω κιόλας. Θα έδινα έναν τίτλο που θα σας άρεσε:
«Οι συνεδρίες του βαγονιού», καλό, έτσι;

-Ωραία! Σήμερα όμως τι σας έφερε στο νου όλες αυτές τις αναμνήσεις;
Γελάει τρανταχτά.

-Είστε πονηρός, αλλά κι εγώ δεν πάω πίσω. Σας την έφερα. Με πιστέψατε, έτσι δεν είναι!
Αχ, κύριε Φωκά μου, πολύ θα το ήθελα να είναι πραγματικότητα, αλλά, αυτό που σας διηγήθηκα ήταν, απλά, ένα όνειρο.
Να σας εξηγήσω:

Πράγματι έφυγα από τον τόπο μου το 74. Πράγματι ταξίδεψα στη Γαλλία για σπουδές κι επέστρεψα πολλά χρόνια μετά. Πράγματι μου άρεσε από τότε να ακούω, όπως εσείς, τις ιστορίες και τα πάθη των ανθρώπων. Όπως και να γράφω τα σενάρια που ονειρεύομαι.
Είμαι όμως χαϊδεμένος γιος μιας οικογένειας που για τίποτε στον κόσμο δεν θα με άφηνε, δεν θα μου επέτρεπε, να ζήσω το ταξίδι που σας περιέγραψα. Από την πρώτη φορά που έφυγα χρησιμοποίησα το αεροπλάνο. Και μόνον αυτό! Ποτέ τους δεν θα άφηναν το καλομαθημένο βλαστάρι τους να βουτήξει σε τέτοιες μιζέριες. Νόμιζαν οι καημένοι πως με προστάτευαν, ούτε στιγμή δεν τους πέρασε απ’ το νου πως με απέκλειαν απ’ την πραγματική ζωή και, κυρίως, από την ωριμότητα.
Αυτά όμως που γίνονταν τα χρόνια εκείνα στα τρένα των Βαλκανίων, όσο δύσκολα κι αν φάνταζαν στα αυτιά μου τόσο πυροδοτούσαν τη φαντασία μου, φούντωνα να τα σκέφτομαι. Από τους φίλους και συμφοιτητές μου μάζεψα τότε τα ακούσματα που μου έφεραν τώρα το όνειρο που σας διηγήθηκα. Ακούσματα διανθισμένα με διάφορες γαργαλιστικές λεπτομέρειες και πονηρά υπονοούμενα, χαρακτηριστικά τής ηλικίας μας τότε. Κι όπως με ξέρετε, οι διηγήσεις εκείνες δεν έπεσαν στα αυτιά ενός κωφού. Κρύφτηκαν μέσα μου, περιμένοντας τη στιγμή να εμφανιστούν στον ύπνο μου ή στις σελίδες των «συνεδριών του βαγονιού» που θα γράψω κάποτε.
Μα η δυνατότερη σκηνή του ονείρου ήταν αυτή που παρέλειψα, η εξής:
Όταν ανασήκωσα την ταλαίπωρη βαλίτσα να την τοποθετήσω στο δίχτυ αποσκευών είχε
βγάλει ρίζες, τις ρίζες που ξερίζωσα φεύγοντας, για να αλλάξω ορίζοντες. Όμως εκείνο που δεν ήξερα στον ύπνο μου, το αντιλήφθηκα με την διήγηση: το σπίτι μου, το αστικό πολυτελές διαμέρισμα της Αθήνας όπου μεγάλωσα, το κουβαλάω για πάντα στις αποσκευές μου, ώσπου να πεθάνω. Έστω κι αν το αμφισβητώ, κι αν με θυμώνει, έστω κι αν θα ήθελα να είναι αλλιώς.
Θα περιφέρομαι στον κόσμο προσπαθώντας να ριζώσω, μα κουβαλώντας τα παιδικά μου χρόνια, τις κουβέντες και τα χαμόγελα, τις φωνές και την ασφυξία της οικογένειας. Όπου και να πάω, οι άχαρες τυποποιημένες μνήμες μιας άνετης, μα επίπεδης παιδικότητας με ακολουθούν.
Πασχίζουν τα όνειρά μου να με κάνουν άλλον, φτωχό περιπλανώμενο ή ταλαιπωρημένο ταξιδιώτη. Θα είμαι όμως εκείνος που ζει τον πόνο και την κακουχία μονάχα μέσα από την εμπειρία των άλλων. Με τα όνειρα ή με τα γραφτά μου, θέλω να μπω στο δέρμα αυτών που μου μιλούν, που κλαίνε, που έχουν να διηγηθούν ταξίδια σε μυθικά τριτοκοσμικά τρένα, με χαρτονένιες βαλίτσες που βγάζουν ρίζες και φτωχόσπιτα, που ταξιδεύουν πέρα από τα στενά τους σύνορα, σε πολιτείες φωτεινές και αφιλόξενες, σε πραγματικούς ουρανούς της ξενιτιάς.
Για μένα, τον μοσχαναθρεμμένο, η ξενιτιά δεν ήταν παρά η χλιδή της αλλαγής, η διασκέδαση της νεανικής πλήξης, η μεταφορά αλλού μιας ανιαρής ύπαρξης. Για άλλους, ο ξένος τόπος ήταν το ζύμωμα με τα ανθρώπινα, ο πλούτος του αγώνα για προσαρμογή στις αντιξοότητες, στις δυσκολίες, στο διαφορετικό.

-Περίεργο! Οι άνθρωποι θέλουν συνήθως μια ζωή δίχως προβλήματα, δίχως αντιξοότητες...

-Είστε σίγουρος; Αν όντως ίσχυε αυτό, θα μέναμε, όλοι εμείς, που έτυχε και γεννηθήκαμε στην καλή πλευρά της ζωής, να απολαμβάνουμε αποχαυνωμένοι την πνιγηρή ρουτίνα της ευδαιμονίας. Εσείς θα μένατε δίχως ψυχαναλυόμενους και οι «συνεδρίες του βαγονιού» θα έμεναν άδειο χαρτί. Ο καθένας, κύριε Φωκά μου, όπως διδάσκει το όνειρο του ταξιδιώτη-δίχως-θέση, κουβαλάει την δυσκολία των ριζών που προσπαθεί να βολέψει, κουβαλάει και το βάρος του σπιτιού του. Κι αυτό, μπορεί να γίνει και με το αεροπλάνο! Το τρένο, ξέρετε, όσο τριτοκοσμικό κι αν είναι, δεν κρατάει το μονοπώλιο της ψυχικής ταλαιπωρίας. Σκεφτείτε το!



Ολόκληρο το κείμενο του Διονύση Παπακώστα:

ΚΑΦΕ Ψ 3

ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ
Ο ΜΥΘΟΣ-Η ΙΣΤΟΡΙΑ
ΤΑ ΠΑΡΑΟΝΕΙΡΙΚΑ
Η ΕΡΜΗΝΕΙΑ
Και τέλος η ΑΠΟΡΙΑ


Βυθίζομαι στα όνειρα μέχρι τη μυθική αρχή τους. Παρακολουθώ την Ήρα να επισκέπτεται τον άνακτα θεών και ανθρώπων, τον γιο του Ερέβους και της Νύχτας, τον αδελφό του Θανάτου, τον πτερόεντα Ύπνο στο παλάτι του στη Λήμνο. Την ακούω να του ορκίζεται στη Στύγα πως θα του δώσει σύζυγο τη νεότερη από τις Χάριτες, την ποθητή του Πασιθέα, αν κοιμίσει τον θεϊκό της σύζυγο. Τον βλέπω στο έλατο πάνω στο βουνό της Ίδης μεταμορφωμένο σε νυχτοπάτη, να χύνει τον ύπνο στα βλέφαρα του Δία κερδίζοντας άξια την αγαπημένη του.
Ανιστορώ κι εγώ στο νου μου την χαριτόβρυτη Πασιθέα την ώρα που τίκτει τα Όνειρα, τα χίλια θεϊκά παιδιά της, γεννήματα των ερωτικών της συνευρέσεων με τον Ύπνο. Έκπληκτος θωρώ τις ονειρικές μορφές, έκθαμβος αντικρίζω το χιλιόμορφο Όνειρο, ερωτεύομαι μαζί με τον Ύπνο πάσα τη θέα που χαρίζει η Πασιθέα…
Με αγκαλιάζει τώρα το ένα Όνειρο με τις χίλιες μορφές, βλέπω να με πολιορκούν οι μορφές που πλάθει ο Μορφέας και ο αδελφός του ο Ίκελος τις κάνει να μοιάζουν τόσο αληθινές, πλανιέμαι έτσι εκστατικός μέσα στο φασματικό βασίλειο του αδελφού τους του Φάντασου και ώρες-ώρες σκιρτώ αλαφιασμένος όταν ο Ίκελος μου εμφανίζεται ως Φοβήτωρ τρομάζοντας τον νου μου με τέρατα και εφιάλτες.
Όνειρα ξεπροβάλλουν από τη σπηλιά της Δύσης στις όχθες του Ωκεανού, όνειρα αληθινά που έρχονται  μέσα από τις κεράτινες πύλες οδηγώντας μας και θεραπεύοντάς μας και όνειρα πλανερά που διαβαίνουν τις ελεφάντινες πύλες εξαπατώντας μας, όνειρα που στοιχειώνουν εμάς και τη γλώσσα μας…

Ονειρεύομαι και, μην υποκύπτοντας στην ονειροφοβία, ονειροπολώ ονειροπλάθοντας ονειροφαντασίες και με ονειρικό σπόρο ονείρωξης γεννώ ψυχικά, λυρικά και εφιαλτικά, ονειροδράματα. Ονειρεύομαι και με ονειραιτησία αποπειρώμαι να αποσπάσω ονειρικές μαντικές αποκαλύψεις, με μαγικές τελετές εγκοίμησης στα ονειρομαντεία ―του Ασκληπιού, του Τροφώνιου ή και του Κέλτη Νόντενς― αιτούμαι την αποστολή θεόπεμπτων ιαματικών ονείρων να έλθουν να εντυπωθούν στο ενορατικό κάτοπτρο του νου, ως μυστηριώδη ζωγραφικά ίχνη από Κόσμους Άλλους.

Ονειρεύομαι υγιή, παθολογικά και εφιαλτικά όνειρα παρωθημένα από ένστικτα και παρορμήσεις, από ψυχικές διεγέρσεις και φορτίσεις που επιζητούν την ικανοποίηση.
Ονειρεύομαι και με πολιορκούν τα όνειρα μου τα λογοκριμένα, ονειρεύομαι και οι ονειρικές μορφές συγχωνεύονται μέσα από τη διεργασία της συμπύκνωσης, ονειρεύομαι και κάτι από τα κρυφά μου λογοκριμένα όνειρα κάνει την εμφάνισή του στις φανερές εικόνες του ονείρου μου μέσα από τη διεργασία της μετάθεσης.
Ξυπνάω και αφήνομαι σε ελεύθερους συνειρμούς ψάχνοντας λανθάνουσες σκέψεις, διερευνώ ταυτίσεις και μετωνυμίες, εμπλέκομαι σε μεταβίβαση και αντιμεταβίβαση και ύστερα βυθίζομαι πάλι σε υπναγωγική φάση που γρήγορα με μεταφέρει ανεπαίσθητα και αναντίληπτα σε ύπνο REM, αφού sine sensu nascimursine sensu morimur![1]
Το όνειρο φύλακας του ύπνου λοιπόν; Πρώτη πηγή προβληματισμού; Παραμυθία για το ανεκπλήρωτο, το ανολοκλήρωτο, τη στέρηση και το ανέφικτο; Αιτία για ανησυχία και πανικό;
Η Γέννηση, το Όνειρο, ο Φόβος, μου θυμίζουν τα λόγια του αμίμητου Μέντη Μποσταντζόγλου:
«Εις την ζωήν ερχόμεθα, ευτυχώς γνωριζόμεθα, δυστυχώς χωριζόμεθα».

Άραγε, τυχαία;

Αντιμετωπίζοντας το όνειρο ο άνθρωπος βρίσκεται μπροστά σε λέξεις, παραστάσεις και έννοιες επιδεχόμενες πολλαπλές, ―μυθολογικές, θρησκειολογικές, λαογραφικές, φιλοσοφικές, ιστορικές, επιστημονικές, ψυχαναλυτικές― ερμηνείες, αν και εντέλει φαίνεται πως συνολικά και διαχρονικά μάλλον επιτείνουν παρά επιλύουν το ονειρικό μυστήριο.
Η αρχαία Αίγυπτος, πρώτη ίσως, μας παραδίδει το «Βιβλίο των Ονείρων», έναν ιερατικό πάπυρο με 108 όνειρα που ανακαλύφθηκε κοντά στην Κοιλάδα των Βασιλέων και  χρονολογήθηκε ότι ανήκει στην εποχή του Φαραώ Ραμσή Β΄(1279-1213 π. Χ.).
Ο Όμηρος μας κληροδότησε την άχρονη ονειροσοφία του και ο Ιπποκράτης την ιατρική του γνώση περί των ενυπνίων. Ο Αριστοτέλης μας παρέδωσε τις διατριβές του περί ενυπνίων, περί της καθ’ ύπνον μαντικής, και περί ύπνου και εγρηγόρσεως στα Μικρά Φυσικά του. Ο σοφιστής Αντιφών από τον 5ο π. Χ. αιώνα επιχείρησε να αποτυπώσει την ονειροκριτική σοφία του στο χαμένο του έργο «Περί Κρίσεως Ονείρων». Ο Λουκιανός, αν και είχαν περάσει ήδη 5 σχεδόν αιώνες, γράφει στην «Αληθή Ιστορία» του πως στη νήσο/πόλη των ονείρων, στη μέση της αγοράς, υπάρχει πηγή και κοντά της βρίσκονται 2 ναοί (της Απάτης και της Αληθείας) με άδυτο και μαντείο όπου ο τερατοσκόπος Αντιφών προΐσταται και προφητεύει έχοντας λάβει παρά του Ύπνου αυτή την τιμή. Δεν πρέπει να είναι άλλωστε τυχαίο πως στην αυτό-προσωπογραφία του με τίτλο «Περί Ενυπνίου», ο θείος όνειρος ―μεταμορφωμένος σε εκ μητρός θείο― επισκέπτεται τον Λουκιανό μες στην αμβρόσια νύχτα.
Ο Κικέρωνας τον 1ο αιώνα προ Χριστού ονειρεύεται τον παππού του και δημιουργεί το απαράμιλλο Ενύπνιο Σκιπίωνος που ο Μακρόβιος 400 χρόνια μετά το σχολιάζει. Και ο σχεδόν συγκαιρινός του τελευταίου, ο νεοπλατωνικός και χριστιανός Συνέσιος γράφει τον περί ενυπνίων λόγο του, υποστηρίζοντας τα όνειρα και την ονειρομαντεία. Όσο για τον Αινεία, ο Βιργίλιος δεν το κρύβει: σε κάθε του βήμα όνειρα προφητικά και νεκρών οράσεις τον οδηγούν.

Οι Ονειροκρίτες έρχονται τώρα να διεκδικήσουν την προσοχή μας. Πρώτος ο πρίγκιπας των ονειροκριτών, ο Αρτεμίδωρος ο Δαλδιανός που ταξίδεψε στα ελληνικά νησιά, την ηπειρωτική Ελλάδα και την Ιταλία μόνο και μόνο για να συλλέξει υλικό από τη βρίθουσα σε ονειρομαντικές αναφορές παράδοση της αρχαίας ελληνικής γραμματείας και να καταρτίσει έτσι τα περίφημα (5 διασωθέντα) ονειροκριτικά του βιβλία. Ακολουθούν τα ήσσονος σημασίας και αμφισβητούμενης πατρότητας βυζαντινά Ονειροκριτικά, ένα του Νικηφόρου και ένα του Γερμανού (των πατριαρχών;) καθώς και του Αστράμψυχου, του προ-αλεξανδρινού υποτίθεται Πέρση μάγου, τα οποία όμως τα καλύπτει όλα με τη δόξα του και τα 301 του κεφάλαια το βυζαντινό-αραβικό-ινδικό Ονειροκριτικό του Αχμέτ Μαζάρ, γιου του Σιρίν…
Και η χριστιανική Εκκλησία με τη σειρά της διερωτάται: Αποστέλλει ο Θεός όνειρα στους ανθρώπους; Ο σατανάς τα μεταχειρίζεται για να αποπλανήσει τον ανθρώπινο νου; Μέσα από τα όνειρα επισυμβαίνουν προφητικές αποκαλύψεις; Ταράζοντας την ψυχή του ανθρώπου είναι σε θέση να τον ωθήσουν σε μετάνοια; Ο Μέγας Βασίλειος, ο Γρηγόριος Νύσσης, Ο Ιωάννης της Κλίμακος και άλλοι πολλοί πατέρες εκθέτουν διδαχές για τα όνειρα: Τα όνειρα μας λένε, είναι ασαφή και διφορούμενα, «κίνησις του νοός εν ακινησία σώματος», φανταστικές κινήσεις του νου, τις περισσότερες φορές παρακινούμενες από τον δαίμονα, ωστόσο ασεβές θα ήταν να λησμονούμε τα οράματα/ενύπνια των αγίων και τις βιβλικές ονειρικές προφητείες…

Δεν υστερούν βεβαίως ως προς τα όνειρα και οι λαϊκές δοξασίες, οι  προλήψεις και τα έθιμα, όπως μαρτυρεί πλήθος από λαογραφικές αναφορές:

Απ’ το όνειρο που θε να δεις,
του Αι Βασίλη από βραδύς
μάθαινε πως θα διαβείς!
Πρωτομηνιά-Πρωτοχρονιά
Πως θα περάσεις τη χρονιά!

Στων αγίων Θεοδώρων τη γιορτή
αν θε να μάθει η κόρη ποιον θα παντρευτεί,
κόλλυβα από βραδύς
στο προσκεφάλι βάζει ευθύς
και βλέπει στο όνειρό της
τον άντρα τον δικό της!

Κι αν είσαι βαρούμενη (=έγκυος)
γίνε αμέσως χαρούμενη
Με του αι Θόδωρου τα κόλλυβα
θα μάθεις σίγουρα κι αθόρυβα
Αν στον κόσμο θα φέρεις αντρίτσι (= αντράκι)
ή, ανεπρόκοπη, θα γεννήσεις κορίτσι!

Εναλλακτικά πάντως, για να δεις το αποκαλυπτικό όνειρο, μπορείς να ρίξεις τα κόλλυβα σε σταυροδρόμι τα μεσάνυχτα ή αντί για κόλλυβα να βάλεις στο μαξιλάρι νυφιάτικα κουφέτα…
Και ακόμη, μέτρα για εννέα νύχτες σε καθαροξάστερο τ’ άστρα, και της ένατης νύχτας το όνειρο θα φανερώσει τον γαμπρό. Ή πάλι, δέσε με μεταξωτή κλωστή μονοστέφανα στο πόδι του κρεβατιού σου και προσευχήσου στον Αι Γιάννη να σου δείξει τον καλό σου μες στο χρυσόνειρό σου.
Βέβαια τις ονειρομαντεψιές αυτές συχνά τις εφάρμοζαν και τα παιδιά (= αγόρια) για να δουν ποια κοπέλα ήταν γι’ αυτά το ριζικό τους.

Και επειδή υπάρχουν και τα κακά όνειρα, καλό είναι να ξέρουμε πως:
α)  Τα κακά δεν τα διηγούμαστε μέχρι να περάσει το μεσημέρι…
β) Τα σαββατιάτικα όνειρα μην τα φοβόμαστε, δεν βγαίνουν. Και σαν αντίμετρο για τα κακά όνειρα:
γ) Τρεις φορές φωνάζουμε –πριν ξημερώσει!- «όπου πάγ’ η νύχτα, να πάνε και τα ονείρατα»!

Προληπτικά τέλος, για να μη δούμε εφιάλτες, για να μην μας επισκεφτεί ο αρχαίος εχθρός, η Μόρα, σταυρώνουμε το μαξιλάρι 3 φορές πριν πέσουμε να κοιμηθούμε και λέμε το αποτρεπτικό τούτο ξόρκι:
Μόρα και μορή
Μορή και κακαειδή
Όταν έλθεις να με βρεις
Να με δεις να σκάσεις!

Μα τώρα ήρθε ή ώρα να ξυπνήσουμε από της παλιάς ζωής τις σοφές παραδόσεις και πριν βουτήξουμε σε βαθύτερα νερά, ας τραγουδήσουμε:

Παράπονα-παράπονα ήσαν τα εδικά μου
Μα μου ’φυαν σαν όνειρα
Κι ήρτα στα λοϊκά μου!

Άκουσα κάποτε μια ιστορία –αληθινή-, ένα παραμύθι «μεγάλο» : Τα παιδάκια ρώτησαν: ―Γιατί μας γέννησες μαμά; ―Γιατί σας αγαπώ παιδιά μου!!!
Και ακούγοντας τούτη την απάντηση, γεννήθηκε –αυθόρμητα- μέσα μου η σκέψη:
Η φύσις λειτουργεί… ή, η ανωτέρα δύναμις καμαρώνει!

Το δισυπόστατο εγώ…
Το πολύ-υπόστατο της αλήθειας; Της φύσης;

Και δεν γίνεται, παρά να καταγράψω εδώ το μικρό τούτο απόσπασμα από το βιβλίο του Φώτη Καγγελάρη «Το βλέμμα και το είναι στην ψύχωση» (εκδόσεις Άγκυρα – 4η έκδοση), που ολοένα τριβελίζει το μυαλό μου:

«Παραθέτουμε σημεία κατανόησης της υπαρκτικής ετερότητας, του είναι ως αλλότριας εν-τω-εαυτώ σχέσης προς τον Άλλο.
Του Άλλου, της αλλότητας, της ετερότητας, της διαφορετικότητας. Του ξένου. Του Άλλου-Εμένα.
Του Άλλου, πρόσωπα που βρίσκονται «έξω» από Εμένα, αναγόμενα κατά τρόπο αφαιρετικό στη μονάδα: ο Άλλος.
Του Άλλου, πρόσωπα που βρίσκονται «μέσα» σε Εμένα, μέσω των εκφάνσεων της ψυχικής ζωής, της επιθυμίας και του φόβου και τα συνεπαγόμενα ψυχικά τους μορφώματα: φαντασίωση, ανάμνηση, όνειρο… Μέσω των ταυτοποιήσεων, ενσωματώσεων, προβολών, εσωτερικεύσεων… Μέσω του συμπτώματος. Μέσω του παραληρήματος.
Ο Άλλος όμως είναι κάτι περισσότερο. Είναι το σημείο αναφοράς, η μόνιμη παραπομπή μου, ο άξονας σταθερότητας στον οποίο αναφέρομαι ανά πάσα στιγμή για να μπορώ να υπάρχω. Η ύπαρξή μου είναι αναπόσπαστη και αδιανόητη χωρίς αυτόν.»
Το Εγώ είναι το δικό μου, το οικείο, είμαι εγώ, αντίθετα το Άλλο είναι ο άλλος, το αλλότριο, το ανοίκειο, το εγώ είναι η ταυτότητά μου, το άλλο είναι η ετερότητα.
Όλα λοιπόν κινούνται παράλληλα μέχρι τη φθορά ή τη μετάλλαξη. Το όνειρο είναι το δικό μου, η ονειροπόλησή μου, η ονειροφαντασία μου, τα ονειρο-φαντάσματά μου, είναι τα μυστικά μου τα απόρρητα, τα απωθημένα μου τα ανεκπλήρωτα, τα στερημένα μου, είμαι εγώ.
Το αντίπαλο δέος είναι το έτερο, το άλλο, ο άλλος, οι άλλοι που με ελέγχουν λογικά ή παράλογα, με προσδιορίζουν αλλά συνάμα με κάνουν να συνειδητοποιώ την ύπαρξή μου μέσω του βλέμματός τους.

Με βάση ετούτα μπορώ επομένως να παραστήσω στη σκέψη μου ότι το όνειρο είναι πράγματι το δικό μου, ενώ η εγρήγορση, το ξύπνιο, είναι, ας πούμε, του ετέρου, είναι το μπάσταρδο κομμάτι του εαυτού μου. Ωστόσο και στο όνειρο είναι παρούσα η λογοκρισία, όπως και η εξυπνάδα (ή η πονηρία) να τα παρουσιάζει όλα με τη δική του ιδιαίτερη συμβολική γλώσσα. Σκέπτομαι τον εφιάλτη και εν όψει ενυπνίου αλλά και εν εγρηγόρσει, το βλέμμα κάποιου/κάποιων ή της κοινωνίας να σε παρακολουθεί και να σε δείχνει με προτεταμένο δάκτυλο καθώς στέκεσαι, καθώς κινείσαι, το βλέμμα που σε εγκαλεί, της οικογένειας, των φίλων και γνωστών, το βλέμμα του νόμου, το βλέμμα του Θεού, της πίστης, της διαμορφωμένης συνείδησης, των εθίμων, του καθώς πρέπει, της συνήθειας. Το βλέμμα ή τα βλέμματα από απέναντι, από πάνω, από κάτω, από το πλάι, από κοντά, από μακριά, από μέσα σου, βλέμματα ορατά ή αόρατα, ε όχι, φθάνει, μπάστα!!!

Ας γυρίσω από τον εφιάλτη στο ονειροπόλημα… Ας περπατήσω πάνω στα χνάρια του δρόμου που οδηγεί στη γέννηση της ψυχανάλυσης:

Από τον τρόμο στο φάντασμα, από το φάντασμα στον μύθο, από το μύθο στη μυθολογία, από τη μυθολογία στη μεταφυσική, από τη μεταφυσική στη σημαντική των σημείων και οιωνών, από τη σημαντική στην νέα επιστημονική ψυχολογία (την psychologie nouvelle) του 19ου αιώνα, από τη   psychologie nouvelle στην εκκόλαψη, από την εκκόλαψη στον τοκετό, στη γέννηση της επιστήμης της ψυχανάλυσης.
Η πατρότητα αναμφίβολα στον Ζίγκμουντ Φρόυντ. Εν συνεχεία, από την πατρότητα στην αιρετικότητα, γιατί ο άνθρωπος δεν ησυχάζει, το πάντα κυρίαρχο εγώ του αναζητά να εκτονωθεί. Ανάλογα με τις πεποιθήσεις του, τις αντιλήψεις του, τον χαρακτήρα του, τις υπαρξιακές του ανάγκες, τα ανεκπλήρωτά του, ονειρεύεται εν ύπνω ή εν εγρηγόρσει. Και μου φαίνεται πως σε αντιστοιχία με την ένταση και την ιδιομορφία των χαρακτηρολογικών του γνωρισμάτων, αναπτύσσεται και η ψυχο-παθολογία του, οι νευρώσεις, τα άγχη, οι ψυχώσεις ή, με δυο λόγια, η ασθένεια μέσα στην υγεία του…

                           -------------------------------------------

Και τώρα, πού οδηγούμαστε ύστερα απ’ όλα αυτά; Μα, σ’ ένα πλήθος ερωτήματα που κατακλύζουν τον νου μου και κεντρίζουν την πνευματική μου περιέργεια. Τα καταθέτω ευθύς αμέσως προτρέποντας σε αναστοχασμό και προσδοκώντας τις απαντήσεις και τον σχολιασμό τους εκ μέρους των φίλων ψυχαναλυτών στο Καφέ Ψ, Γιάννη Βαϊτσαρά και Χάρη Μωρίκη.


1) Τι είναι το όνειρο;
2) Γιατί βλέπουμε όνειρα;
3) Ποιοι είναι οι μηχανισμοί που εκδηλώνουν το όνειρο;
4) Πότε ωριμάζει και εκδηλώνεται ένα όνειρο;
5) Γιατί κάποιο συγκεκριμένο όνειρο το βλέπουμε πολλές φορές;
6) Τι θα συμβεί αν πάψουμε να βλέπουμε όνειρα;
7) Πώς εκφράζονται τα όνειρα μέσα από τις πέντε αισθήσεις και κυρίως με την όσφρηση και τη γεύση;
8) Γιατί τελικά εκφράζεται συμβολικά το όνειρο;
9) Σε όλους τους ονειρευόμενους ο συμβολισμός πάνω στο ίδιο θέμα είναι εν γένει ίδιος ή ανάλογος;
10) Ποια είναι τα στοιχεία αλλά και η τεχνική που μας οδηγούν με ασφάλεια στη γνώση της συμβολικής γλώσσας;
11) Ποια λογική διέπει τη διαδικασία ερμηνείας του ονείρου;
12) Ερμηνεύονται όντως, στ’ αλήθεια, τα όνειρα; Ποια η αξία και το όφελος από την ερμηνεία τους;
13) Υφίστανται -και ποιες είναι- οι ποιοτικές και ποσοτικές διαφορές στα όνειρα σε σχέση με τη μικρή ηλικία, την ακμή και τα γεράματα;
14) Το όνειρο εκδηλώνεται πάντα από μία μόνο αφορμή; ή είναι πάντοτε αποτέλεσμα σύμμειξης πολλών αιτιακών παραγόντων;
15) Αν είναι σύμμειξη πολλών αφορμών, η ψυχανάλυση μπορεί να τις ξεχωρίσει και πώς προσδιορίζονται οι επιμέρους συμβολισμοί;
16) Γιατί υφίστανται οι συμπυκνώσεις και πώς λαμβάνουν χώρα;
17) Πώς βλέπουν –αν βλέπουν- όνειρα οι εκ γενετής τυφλοί; Και υπάρχουν εικονικές παραστάσεις για να εφαρμοστεί σ’ αυτές ο όποιος συμβολισμός;
18) Η ψυχική κατάσταση του ονειρευόμενου και το όνειρο πώς ακριβώς και σε ποιο βαθμό σχετίζονται;
19) Η ονειρική κατάσταση επηρεάζει ή σχετίζεται με την κατάσταση εγρήγορσης;
20) Οι εξωτερικοί παράγοντες επιδρούν καθ’ όμοιο τρόπο σ’ έναν ονειρευόμενο για την πρόκληση ενός ονείρου;
21) Γιατί ξεχνάμε τα όνειρα;
22) Ποια η διαφορά έκδηλου και λανθάνοντος ονείρου;
23) Πολλοί ισχυρίζονται ότι διάφορα προβλήματά τους λύνονται μέσω των ονείρων, πόσο αληθές είναι αυτό; Και αν είναι, έστω και λίγο, πώς συμβαίνει και γιατί συμβαίνει;
24) Τι μπορεί να συμβεί με τις ψυχικές λειτουργίες κατά τη διάρκεια της ονειρικής διαδικασίας;
25) Υπάρχει (και ποια είναι η) ουσιαστική διαφορά ανάμεσα σε όνειρο, ονειροφαντασία και ονειροπόληση;
26)  Όσον αφορά την ψυχανάλυση, διαφέρει όταν γίνεται σε μικρή ηλικία (έως και 30 ετών) απ’ όταν γίνεται σε μεγάλη (ας πούμε 50 ετών)
27) Πότε ο ψυχαναλυτής μπορεί να θεωρήσει ότι η ψυχανάλυση ολοκληρώθηκε;
28) Κάτω από ποια ή ποιες λογικές επεξεργασίες, βάσει ποιας νομοτελειακής διαδοχής βρέθηκαν, ορίστηκαν και διαλευκάνθηκαν οι κώδικες και οδηγηθήκαμε στην επιστημονική ψυχολογική ερμηνεία των ονείρων;


(και όπως συνήθως) ΕΞ ΙΔΙΩΝ ΤΑ ΑΛΛΟΤΡΙΑ:

Όταν ήμουν μικρός, πολύ μικρός, θυμάμαι πως βυθιζόμουνα με τη φαντασία μου σε παραμυθίες και ιστορίες φανταστικές/ονειροπολήσεις, ενώ βρισκόμουνα μόνος μου στην αυλή του σπιτιού μου, στις ξέγνοιαστες στιγμές του παιχνιδιού.
Σαν «ξύπναγα», έπιανα και τα διηγιόμουνα στη γιαγιά μου, και η γιαγιά μου με τη σειρά της πήγαινε κι έλεγε στις φιλενάδες της:

«Ο εγγονός μου έχει πολύ φαντασία, είναι πολύ φαντασμένο παιδάκι».

Κι όταν πέρασαν τα χρόνια και άρχισα να καταπιάνομαι από καιρού εις καιρόν μ’ αυτή την τέχνη της γραφής, πάντα καθώς γράφω νιώθω ότι βυθίζομαι και ταξιδεύω σαν μέσα σε όνειρο. Εκείνη την ώρα το όνειρο είναι η πραγματικότητα για μένα και αυτό το βίωμα επικρατεί μέσα μου κατά τη διάρκεια όλης της συγγραφής. Σαν να συμβαίνει, σκέφτομαι, μια σύμμειξη ενσυνείδητου ονείρου και εγρήγορσης. Μήπως εντέλει έχουν δίκιο οι ποιητές, οι ζωγράφοι, οι χορογράφοι και οι άλλοι άνθρωποι της τέχνης, όταν ισχυρίζονται ενώ ταξιδεύουν μέσα στο όνειρο της δημιουργίας τους, πως και η ζωή δεν είναι παρά ένα μακρόχρονο όνειρο;
Άραγε, γιατί όχι; Αφού πάντα και διαρκώς φανταζόμαστε κάτι που θέλουμε ή δεν θέλουμε… Και δεν μπορούμε άραγε να θεωρήσουμε το όνειρο ως το «φάντασμα» μιας πραγματικότητας, ενός αντικειμένου ή μιας κατάστασης; Και την εγρήγορση –αντίστροφα- ως συνειδητή αντίληψη ενός ονείρου; Να λοιπόν μια άλλη προσέγγιση της φράσης «ονειρεμένη ζωή»…!
Βιώματα και όνειρα από τα περασμένα, στιγμές ηδονής και οδύνης, στιγμές αγάπης και φόβου, τις θυμόμαστε ενόσω η ζωή συνεχώς κατρακυλάει, μας απομένουν μονάχα οι αναμνήσεις, όλες περαστικές, όλες ίδιες με όνειρο, μέχρι να έρθει η ώρα να σβήσουμε, με το αέναα επαναλαμβανόμενο ερώτημα στα χείλη:
Δεν είναι τάχα ολάκερη η ζωή όνειρο που διαβαίνει; Σάμπως η ανυπαρξία, ο θάνατος δεν είναι αμετάκλητα η μόνη αληθινή φυσική πραγματικότητα;

ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΠΑΠΑΚΩΣΤΑΣ

With a little help (copy-editing)
from my friend Ilarion Komis






Παράρτημα
σχετικά με την ετυμολογία του ονείρου
ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ-ΟΝΕΙΡΟΚΟΣΜΟΓΟΝΙΑ

[Όπως έλεγαν οι αρχαίοι, αρχή σοφίας ονομάτων επίσκεψις. Όμως όσα ελάχιστα και μάλλον ενδεικτικά, ακολουθούν, προφανώς δεν αντιστοιχούν σε φιλολογική ετυμολογία αλλά μάλλον σε μια ετυμολογική ονειρική κοσμογονία, γραμμένα από ένα νου που ίσως και να ονειρεύεται στον ξύπνιο του δίχως πάντως, σύμφωνα μ’ όσα λέει, να γρηγορεί στον ύπνο του… Ακολουθεί το κείμενο ακριβώς όπως έφθασε στα χέρια μου] ― Δ.Π.


Εν αρχή ην το ον και παρά το ον, ην το είρω. Είρω = λέγω, ομιλώ, διηγούμαι. Βάζοντας τα μαζί: ον + είρω = όνειρο.
Κατά συνέπεια το όνειρο δηλώνει τον (μη λεκτικό συνήθως) λόγο που μας μιλάει για το ον, άρα φανερώνει, αποκαλύπτει το ον.
Το ρήμα λέγω και το ρήμα είρω σημαίνουν ακόμη και:
Θέτω σε σειρά, συνδέω, συντάσσω, ενώνω, (αφού λόγος και ειρμός χωρίς σύνταξη δεν υφίσταται)
και επομένως το όνειρο δύναται πλέον να γίνει αντιληπτό ως διπλή διεργασία:
α) Ως μια, μη ελεγχόμενη από την εγωσυνείδηση, ανάδυση στον ψυχικό χώρο συσπειρωτικών ενοποιητικών επικυρίαρχων υπερδομών που ωθούν-επηρεάζουν-παρακινούν-οδηγούν το ον και
β) Ως μια αλληλεπιδραστική κίνηση τοποθέτησης των όντων σε σχέση και κοινωνία, διεργασία που συντελείται στο βάθος, πίσω/κάτω/πέρα από την επιφάνεια, εκεί όπου βρίσκονται, αναπτύσσονται και συμπλέκονται οι ρίζες των όντων.
Ο τόπος απ’ όπου κατάγονται τα εκδηλωμένα όντα των 3 διαστάσεων, ο ψυχικός τόπος όπου πλέκονται οι ρίζες τους και ανταμώνουν οι τροχιές της ύπαρξής τους, είναι ακριβώς τα ονειροπεδία, αυτός ο «άλλος κόσμος» στον οποίο διαδραματίζονται τα νυχτερινά μας όνειρα, εκείνες οι περιοχές του κόσμου που δεν ανήκουν στο πεδίο του «οικείου» σε μας εκδηλωμένου κόσμου αλλά βρίσκονται κρυμμένες ως altera pars, ως alter ego, στο ουράνιο αόρατο βάθος του.
Ο εκδηλωμένος τριδιάστατος γνωστός μας κόσμος είναι σαν το έδαφος όπου βλασταίνουν τα φυτά και τα άνθη, ενώ το διδιάστατο ονειροπεδίο είναι το ουράνιο υπέδαφος, το δυναμικό πεδίο, οι εμβρυικές ρίζες των όντων, ο τόπος της μήτρας και των κυοφορούμενων δυνατοτήτων.
Βλέποντας κάτω απ’ αυτό το φως, τα όνειρα μεταμορφώνονται σε αποσπασματικές φανερώσεις των περιπετειών της κυοφορίας και της διάπλασης των όντων στην προσπάθεια που καταβάλλει το καθένα να πραγματώσει τις δυνατότητες του σπόρου του.
Οι μονοδιάστατοι σπόροι με τη σειρά τους = οι αιτίες και οι σκοποί των όντων, είναι οι Μεγάλοι Ονειρευτές (οι Λόγοι των Όντων όπως τους έλεγαν στην παλιά γλώσσα) που βρίσκονται στο δικό τους μονοδιάστατο πεδίο και ονειρευόμενοι ζωντανεύουν/εκδηλώνουν τα διδιάστατα και τριδιάστατα ονειροπεδία, τις εικονοποιήσεις δηλαδή των περιεχομένων των σπόρων τους, των δυνατοτήτων τους, ως τόπους εμπειρίας, δράσης και εξελικτικής πραγμάτωσης του εαυτού τους…




[1] «Δίχως συναίσθηση γεννώμεθα, δίχως συναίσθηση αποθνήσκουμε»



Επόμενο καφέ ψ στο Λεξικοπωλείο: 
Δευτέρα 30 Μαΐου 2016 
με προσκεκλημένο ζωγράφο 

τον Georges Brehier.