Τρίτη, 15 Αυγούστου 2017

Πρόπαν, καφέ ψ.

Πρόπαν,
Κυριακή 13 Αυγούστου 2017.

Με χαρά και συγκίνηση σας καλωσορίζω στον τόπο αυτόν που λατρεύω.
Οι αναμνήσεις μου που ξεφυτρώνουν εδώ, από παντού, από κάθε καλντερίμι, από κάθε σπίτι ή ερείπιο, από κάθε γωνιά του χωριού, φέρουν πάνω τους την πατίνα του χρόνου, των πολλών χρόνων. Άρα έχουν υποστεί και την παραποίηση που επιβάλει η νοσταλγία, η ηδονική (και κάποτε επώδυνη) αναμόχλευση του παρελθόντος. Του απώτερου παρελθόντος.
Είναι εικόνες ασπρόμαυρες, με λύχνους και λαμπογυάλια στις αυλές, μοσχοβολιές από τσουκάλια που σιγοβράζουν στα παράσπιτα, μυρωδιά καμένου ξύλου. Είναι αγαπημένες μνήμες με ανθρώπους κουρασμένους απ’ τον κάματο της ημέρας, αλλά με χαμογελαστά και καλόκαρδα, ρυτιδιασμένα πρόσωπα, που ακτινοβολούν από τρυφερότητα.



Η Πρόπαν δεν ήταν το χωριό μου. Δεν ήταν ο τόπος των καλοκαιριών μου. Ήταν όμως ο εύκολος προορισμός της οικογένειας για επίσκεψη στους συγγενείς που είχαμε εδώ. Για μένα ήταν η τέλεια ευκαιρία για αλλαγή περιβάλλοντος, για καινούργιες εμπειρίες, έξω από τις συνηθισμένες μου καθημερινές ασχολίες του καλοκαιριού, στο δικό μας χωριό, το κοντινό Νεοχώρι.

Δεν θα ήταν λοιπόν υπερβολή να πω πως με την Πρόπαν με συνδέουν δεσμοί αίματος. Δεσμοί όμως δίχως δεσμά. Διότι πάντα ο τόπος αυτός, όπως έλεγα πριν, ήταν χώρος ανάσας, απαλλαγμένος από το βάρος του οικογενειακού πλαισίου, που, όσο αναγκαίο είναι, άλλο τόσο μοιάζει πιεστικό και ασφυκτικό στην ψυχική πραγματικότητα ενός παιδιού και εφήβου.

Δεν είναι τυχαίο που επέλεξα να σκέφτομαι αυτό το χωριό όταν έγραφα το μυθιστόρημα Η Μία και η Άλλη. Όσοι από σας το διάβασαν ή θα το διαβάσουν θα βρουν διάσπαρτες μνήμες του συγγραφέα στις εμπειρίες των ηρώων του. Είστε ελεύθεροι να κάνετε όσες συνδέσεις θέλετε ανάμεσα στα πρόσωπα, τα γεγονότα και τους τόπους, ελπίζω πως, ως καλοί αναγνώστες, θα δώσετε τις ερμηνείες σας και θα προβάλετε κι εσείς τις δικές σας μύχιες σκέψεις για τους δεσμούς αίματος και τα δεσμά τους ή τις χαρές τους.
Δεν είναι τυχαίο επίσης που αφιερώνω το βιβλίο αυτό στη μνήμη των γονιών μου. Είναι ένα ευχαριστώ για την ευκαιρία που μου έδωσαν να αντιληφθώ και να εκτιμήσω την πολύτιμη αξία των δεσμών αίματος. Καθώς και την δυνατότητα να αντιλαμβάνομαι τις δυσκολίες τους, τα δεσμά των δεσμών αυτών, να τα ονοματίζω, να τα επεξεργάζομαι, ώστε να μπορώ να τα σπάω, να τα απενεργοποιώ, για να ζήσω, υποτίθεται, ελεύθερα. Κοντολογίς, να εντοπίζω και να αναγνωρίζω την αμφιθυμία των συναισθημάτων.
Οι δεσμοί αίματος είναι πολύτιμοι όταν δεν γίνονται δεσμά στην ψυχή του ανθρώπου.

Σας ευχαριστώ που ανταποκριθήκατε στην πρόσκληση. Ευχαριστώ και τον πολιτιστικό σύλλογο, την πρόεδρό του κυρία Μάρθα Νάνου. Με την συνάντησή μας εδώ σήμερα, θα έλεγα πως, τηρουμένων των αναλογιών, πραγματοποιείται μια φαντασία που περιγράφω στο βιβλίο και που έχει πολλά κοινά με την αποψινή μας συνεύρεση.
Προς το τέλος του μυθιστορήματος παρακολουθούμε μια παράσταση που δίνεται στην Πρόπαν. H Πρόπαν είναι το χωριό καταγωγής ενός από τους κεντρικούς ήρωες της ιστορίας, του υπερήλικα ψυχαναλυτή Αναστασίου Ντυπόν. Η παράσταση, λέει το μυθιστόρημα, ανεβαίνει στο ερειπωμένο αρχοντικό Κυρίτση.
Παρένθεση: (Να σας πω εδώ πως όταν επέλεξα αυτό το επώνυμο, αγνοούσα παντελώς την ύπαρξη οικογένειας στο χωριό με το όνομα αυτό. Απλά, όπως έλεγα πριν, παρασυρμένος από την εμμονική ενασχόλησή μου με τους δεσμούς αίματος το χρησιμοποίησα. Καθώς όσοι με γνωρίζουν προσωπικά ξέρουν πως το «Κυρίτσης» δεσπόζει στο οικογενειακό, το γενεαλογικό μας δέντρο).
Στο βιβλίο, που λέτε, βρίσκουμε διάφορες λεπτομέρειες για την παράσταση εκείνη. Μάλιστα στη σελίδα 284 διαβάζουμε την πρόσκληση που έχει πολλές ομοιότητες με αυτήν που σας απευθύναμε για τη σημερινή μας εκδήλωση.
Ο εξωραϊστικός σύλλογος Καλαμακίου
Η Πρόπαν
Σας προσκαλεί να απολαύσετε την παράσταση του έργου
ΟΡΦΕΑΣ ΚΑΙ ΑΡΙΣΤΑΙΟΣ
Μια σπουδή για τη φιλία και τον έρωτα
Του ψυχαναλυτή συγγραφέα
Αναστασίου Ντυπόν
Παίζουν οι ηθοποιοί κλπ.

Παρακάτω, σαν λεπτομέρεια, η ίδια πρόσκληση γράφει: σας παρακαλούμε να έχετε μαζί σας μαξιλαράκια ή μικρά στρωσίδια, καθώς τα καθίσματα θα είναι περιορισμένα…

Αν κρίνω από τη σημερινή μας δυσκολία να συγκεντρώσουμε καρέκλες για όλους μας, μάλλον η μυθοπλασία εκείνη είχε κάτι το προφητικό.

Αυτά έγραφε λοιπόν η πρόσκληση του Ντυπόν. Μια σπουδή για τη φιλία και τον έρωτα. Ναι, διότι, όποιος μιλάει για δεσμούς αίματος, δεν γίνεται να μην αναφερθεί επίσης στους άλλους θεμελιώδεις δεσμούς της ανθρώπινης ύπαρξης, τους φιλικούς και τους ερωτικούς δεσμούς. Θα έλεγα μάλιστα πως υπάρχει μια άμεση σχέση, μια εξάρτηση ανάμεσα στα δυο αυτά είδη ψυχικών δεσμών καθώς, όταν οι οικογενειακοί δεσμοί εξελίσσονται σε δεσμά, οι αυθεντικές φιλίες και οι πραγματικοί, οι ανθεκτικοί έρωτες είναι ανέφικτοι.
Ο άνθρωπος, από τα πρώτα χρόνια της ζωής, χρειάζεται τη σταθερότητα του οικογενειακού δεσμού για να καταφέρει να απελευθερωθεί και να αναπτύξει τις απαραίτητες, ζωογόνες σχέσεις εκτός οικογένειας. Χρειάζεται γερά θεμέλια, (που η ψυχανάλυση ονομάζει ναρκισσιστικά θεμέλια), και αυτά χτίζονται με τον δυνατό δεσμό που αναπτύσσει το παιδί με τους γονείς ή με τα πρόσωπα που το περιβάλλουν και το φροντίζουν. Αυτά ακριβώς τα γερά θεμέλια θα του επιτρέψουν να συνδεθεί με άλλους σε ουσιαστικές σχέσεις.
Συγχρόνως η αμφιθυμία (αγάπη που συνυπάρχει υποσυνείδητα με έχθρα) και η πολυπλοκότητα των οικογενειακών σχέσεων δημιουργεί συχνά εμπόδια και αγκυλώσεις ώστε να είναι σχεδόν αδύνατη η απαγκίστρωση του παιδιού από τα δεσμά των δεσμών αίματος, με όλες τις ψυχικές διαταραχές που επιφέρουν.

Συνειρμικά, πάει ο νους μου στη φιλία που είναι, ουσιαστικά, το κεντρικό θέμα του μυθιστορήματος που συζητάμε.
Δράττομαι της ευκαιρίας για να σας παρουσιάσω δυο σίγουρα γνωστούς σας ανθρώπους, δυο αγαπημένους φίλους, που με ακολουθούν πιστά στην περιπέτεια της συγγραφής τα τελευταία χρόνια. Δίνουν ψυχή και υπόσταση στα γραφτά μου με τον μοναδικό τρόπο που έχουν να διαβάζουν τα κείμενα. Θα έλεγα πως διαβάζουν με το είναι τους ολόκληρο, θα αντιληφθείτε και σεις πως στο τέμπο της φωνής τους κρύβεται ολόκληρη η φιλία και η αγάπη που μου έχουν.
Κυρίες και κύριοι, σας παρουσιάζω τους ηθοποιούς Βασίλη Μητσάκη και Αμαλία Γκιζά.




1ο απόσπασμα: Το διπλό. (Σελ 81).

-Δεν γεννήθηκα με το όνομα και το επίθετο που έχω σήμερα και με το οποίο έζησα τα περισσότερα χρόνια της ζωής μου. Άλλωστε, δείτε σύμπτωση, το πηλιορείτικο χωριό όπου είδα το φως του κόσμου τον Μάιο του  1923, δεν  έχει, ούτε εκείνο, την ίδια ονομασία τώρα.
Οι γονείς μου με βάφτισαν Ελευθέριο. Αρχικά, ζούσαμε στο πατρικό τής μάνας μου, ένα δίπατο παλιό σπίτι, με μια καταπληκτική αυλή και κήπο. Από αυτή την εποχή κρατάω τις ωραιότερες αναμνήσεις. Μετά, ο πατέρας μου που ήταν αρχιμάστορας, έχτισε το σπίτι όπου μετακόμισε η στενή οικογένεια, δηλαδή οι γονείς μου, ο αδερφός μου και γω. Ήταν καινούργιο και φρέσκο, όμορφο κι αυτό, αλλά εκεί πέρασα δύσκολα εφηβικά χρόνια, φτώχεια, θανάτους και απώλειες. Υπάρχουν ακόμα και τα δυο σπίτια. Το ένα είναι ένα εγκαταλειμμένο παλατάκι, ένας ρημαγμένος παράδεισος. Στο άλλο πηγαίνουμε τα καλοκαίρια η Άννα και γώ, λέει ο  Αναστάσιος Ντυπόν.
Μετά από ένα μικρό δισταγμό, ανάβει την πίπα του και ρωτάει:
-Ελπίζω να μην ενοχληθείτε με τον καπνό μου, έτσι;
Η Άλλη, που η μοσχοβολιά του καπνού τής έφερνε την μακρινή, γλυκιά ανάμνηση της καλής πλευράς τού έγγαμου βίου της, τον διαβεβαιώνει:
-Αντίθετα, η μυρωδιά αυτή με ταξιδεύει. Ταιριάζει τόσο  πολύ στην αναμόχλευση των περασμένων… Συνεχίστε σας παρακαλώ!
-Σας ταξιδεύει! Τι ωραία έκφραση! Εγώ λάτρεψα τα ταξίδια και έκανα πολλά στη ζωή μου. Αν και τα περισσότερα, και τα πιο συναρπαστικά βέβαια, ήταν στο ντιβάνι και στην πολυθρόνα. Όμως τώρα δεν ταξιδεύω παρά με τις αναμνήσεις. Και μια φορά το χρόνο, που πάμε στην Πρόπαν.
-Πού πάτε; Στην Πρόπαν; Τι είναι αυτό;
Ο ψυχαναλυτής γελάει.
-Είναι το χωριό που σας έλεγα. Βλέπετε, χρησιμοποιώ το παλιό όνομα, πολύ πιθανόν να είμαι ο τελευταίος που το αποκαλεί έτσι. Σήμερα, όλοι το ονομάζουν αλλιώς, δεν θέλω καν να το προφέρω. Είναι τόσο κοινό και άκομψο όνομα για ένα τόσο ωραίο χωριό…
Από την Πρόπαν, λοιπόν, έφυγα νέος, αφήνοντας πίσω μου την ομορφιά και την παιδικότητα αλλά επίσης την δυστυχία της εφηβείας και της πρώτης μου νεότητας. Έφυγα μακριά από το χωριό, μακριά απ’ όλους κι απ’ όλα του παρελθόντος. Έτσι το όνομα του χωριού μου πήρε για μένα την ουσιαστική σημασία του: Προ-παν. Πριν απ’ όλα τα σημαντικά της ζωής, πριν το παν. Όμως γελιόμουν τότε, γιατί νόμιζα πως τα πάντα γίνονται στην ενήλικη ζωή. Η ενασχόλησή μου με την ψυχανάλυση μού έδειξε πως μάλλον το αντίθετο συμβαίνει.
Διότι το παν είχε ήδη συμβεί εκεί, στην Πρόπαν. Εκεί χτίστηκαν η προσωπικότητα και ο χαρακτήρας μου. Εκείνα τα χρόνια, τα όμορφα, τα δύσκολα, τα τόσο έντονα δυστυχισμένα, είχαν χαράξει για πάντα τον δρόμο της ζωής μου, ακόμα και μακριά από το χωριό. Τα τραύματα και οι ευτυχισμένες εμπειρίες της Πρόπαν θα με ακολουθούσαν σ’ ολόκληρη τη ζωή μου.
Όταν ξαναγύρισα, το χωριό είχε αλλάξει όνομα. Αυτό που ξαναβρήκα όμως ατόφιο ήταν η δροσιά του βουνίσιου αέρα, το απέραντο πράσινο τοπίο που φτάνει ως το Αιγαίο. Με καθαρό καιρό βλέπεις το επιβλητικό Άγιο Όρος να διαγράφεται στον ορίζοντα.
Έτσι και γω. Είχα αλλάξει όνομα, μα μέσα μου είχε εγκατασταθεί η καθαρότητα και η ωριμότητα και μπορούσα πια να διακρίνω το πριν από το μετά. Ήταν πια μόνιμη συνειδητοποίηση και πλήρως αποδεκτή η ύπαρξη και η υπόσταση του «διπλού». Όπως και τα δυο μου ονόματα που μου θύμιζαν και θα μου θυμίζουν για όσο ζω, τις δύο ανέφικτες και ουτοπικές έννοιες, τόσο προσφιλείς στην ανθρώπινη ψυχή: Την Ελευθερία και την Ανάσταση.
Για μένα, που λέτε, η παραμικρή μετακίνηση τώρα, είναι ολόκληρο ταξίδι. Και καθώς δεν εργάζομαι πια, δεν έχω καν τη χαρά να συνοδεύω τους ασθενείς στα ψυχαναλυτικά τους ταξίδια.
Η Άλλη, που θέλει να αλαφρώσει λίγο την διάθεσή του που πήρε να γίνεται νοσταλγική, λέει:
-Η φίλη και συγκάτοικός μου Μία, μου είπε πως θα χαρεί πολύ να σας γνωρίσει. Ξέρετε, είναι καταπληκτική μαγείρισσα και τώρα τελευταία έχει ειδίκευση στα «διπλά». Θα μου πείτε αν προτιμάτε μεσημέρι ή βράδυ; Εκτός αν θέλετε να μοιραστείτε μαζί μας μια «συνεδρία της βεράντας», λέει με χαμόγελο η Άλλη και εξηγεί στον ψυχαναλυτή τις ιδιαίτερες απογευματινές συνευρέσεις της με την Μία και το ταλέντο της. Καθώς και τις ευρηματικές διηγήσεις των παραμυθιών, απέναντι στη θεϊκή ομορφιά του ελληνικού τοπίου.
-Έκτακτα! αναφωνεί ενθουσιασμένος ο Ντυπόν. Θα ταξιδέψω λοιπόν δίπλα για διπλά, λέει γελώντας.



Στο απόσπασμα που ακούσαμε ο γηραιός ψυχαναλυτής Αναστάσιος Ντυπόν (που το αρχικό του όνομα ήταν Ελευθέριος Κυρίτσης) συνομιλεί με την κυρία Άλλη. Όπως καταλάβατε είναι γείτονες. Μένουν σε διπλανά διαμερίσματα σε μια παραθαλάσσια πολυκατοικία στη Θεσσαλονίκη.
Η κυρία Άλλη συγκατοικεί με την συνονόματη αδελφική της φίλη, την κυρία Μία. Η καθόλου τυχαία έκφραση «αδελφική φιλία» κρύβει το νόημα του δεσμού τους. Ολόκληρο το μυθιστόρημα διατρέχει η υπολανθάνουσα ερώτηση: πρόκειται πράγματι για  φίλες ή για αδελφές;
Μυστικά και μυστήρια των οικογενειών τους θα ’ρθουν στην επιφάνεια για να υποδαυλίσουν την αγωνία τους πάνω στο θέμα. Κι ο ψυχαναλυτής Ντυπόν, ως γνώστης των ψυχικών δαιδάλων που είναι, θα πάρει ενεργό μέρος στη διαλεύκανση των αναπάντητων και των ανείπωτων αμφιβολιών.
Οι δυο γυναίκες, θα βρουν στο πρόσωπο του Αναστάσιου Ντυπόν μια στιβαρή αντρική παρουσία, θα τον φαντασιωθούν οι δυο τους σαν πατέρα, σαν φίλο, αλλά κυρίως σαν γιατρό των ψυχικών τους τραυμάτων. Των τραυμάτων που έχουν σχέση με τους δεσμούς αίματος, τις οικογενειακές τους σχέσεις.

Διότι, όπως ισχύει για κάθε ανθρώπινη ύπαρξη, έχουν κι αυτές τραυματιστεί, πληγωθεί, παρόλη την αγάπη και φροντίδα που δέχτηκαν. Το ψυχικό τραύμα έρχεται συχνά ύπουλα, υπόγεια, σε στιγμές και συνθήκες που δεν εμπνέουν απαραίτητα ανησυχία. Όλοι μας τραυματιστήκαμε στα παιδικά μας χρόνια, άλλος λίγο άλλος πολύ, είτε το συνειδητοποιήσαμε είτε όχι. Αυτό που έχει σημασία για την ψυχανάλυση είναι πώς μπορεί ο καθένας να αναγνωρίσει και να επουλώσει τα τραύματα που υπέστη σε προϊστορικές εποχές, σε χρόνους που συνηθίζεται να αποκαλούνται «χρόνια της αθωότητας».
Οι τρεις φίλοι, η Μία, η Άλλη και ο ψυχαναλυτής Ντυπόν, κουβαλώντας ο καθένας τις τραυματικές εμπειρίες του, θα στήσουν ένα ιδιότυπο τρίγωνο: Μια τριαδική εξωοικογενειακή σχέση όπου βασιλεύει η συμπάθεια, η κατανόηση και, κυρίως, ο λόγος. Και με τον δικό τους, πολύ ιδιαίτερο τρόπο θα ανιχνεύσουν μαζί, και οι τρεις, τους δεσμούς αίματος που τους σημάδεψαν, σχέσεις με γονείς και με αδέρφια. Καθώς και τις σχέσεις ζωής με τον Άλλον που έχτισαν στην πορεία, με ανθρώπους εκτός οικογενειακού περιβάλλοντος.
Θα μιλήσουν! Θα εφεύρουν και θα απολαύσουν τις εξαιρετικές θεραπευτικές συνευρέσεις που αποκαλούν «συνεδρίες της βεράντας».

2ο απόσπασμα: Η συνεδρία, (σελ 89).

Το ραντεβού ήταν στις επτά. «Ο ήλιος τότε είναι στο θρόνο του και επειδή ξέρει πως δεν θα είναι για ώρα βασιλιάς φοράει τις καλύτερες χλαμύδες του», είχε πει η Μία και η Άλλη συμφώνησε. Οι πόρτες της βεράντας ορθάνοιχτες, οι ορτανσίες και οι γαρδένιες ποτισμένες. Μάλιστα αυτές οι τελευταίες είχαν ανοίξει πρόσφατα όλα τα μπουμπούκια των νιάτων τους και πρόσφεραν γενναιόδωρα το διακριτικό τους άρωμα.
Το «ταξίδι» του Αναστάσιου Ντυπόν άρχιζε με τις καλύτερες προϋποθέσεις. Αισθανόταν χαρά μικρού παιδιού, τα «κορίτσια» τον περίμεναν, σκέφτηκε γελώντας αυθόρμητα. Μοναδική του αποσκευή, ένα πλαστικό σακουλάκι με την πίπα, τον καπνό και το μικροσκοπικό συρταράκι με τις ενδείξεις «πρωί-μεσημέρι-βράδυ». Σ’ αυτό, η αφοσιωμένη Ευρυδίκη τακτοποιούσε κάθε μέρα τα διάφορα πολύχρωμα χάπια του ψυχαναλυτή.
Για να είναι συνεπής, σηκώθηκε από την πολυθρόνα του παρά τέταρτο. Υπολόγισε την απόσταση, παίρνοντας υπ’ όψη του την συμμετρία των γειτονικών διαμερισμάτων. Τα σαράντα βήματα που τον χώριζαν από την βεράντα των «κοριτσιών» θα απαιτούσαν τουλάχιστον δώδεκα λεπτά, χωρίς να μετράει την ενδεχόμενη αργοπορία στις πόρτες, κλείδωμα, κουδούνι, ξεκλείδωμα κλπ.

-Είμαι ευτυχισμένη που σας γνωρίζω κύριε Αναστάσιε, λέει η Μία. Η φίλη μου μού διηγήθηκε την συνάντησή σας και, να σας πω την αλήθεια, λέει κοκκινίζοντας, ζήλεψα λίγο. Λες και ήθελα να σας έχω γνωρίσει πρώτη εγώ. Αλλά να, που έφτασε η στιγμή να βρεθούμε και οι τρεις μας, λέει, ενώ αυτόματα πήγε ο νους της στην φαντασίωση που της ήρθε πριν λίγο με τον μπαμπά και την Κάλλη. Στη ζωή, πράγματι η αδερφή της ήταν πάντα δεύτερη, η Μία ήταν γραφτό να είναι η πρώτη.
Καίγεται από επιθυμία να διηγηθεί στον ψυχαναλυτή την ιστορία της. Ουσιαστικά θέλει να επιμείνει στο τρίγωνο (αυτή, η Κάλλη, ο μπαμπάς), λες και η μάνα τους δεν υπήρχε. Πάντα την αισθάνονταν μια απούσα παρουσία, ίσως γιατί η δουλειά της την απορροφούσε τόσο… Τα παιδικά χρόνια της Μίας ήταν προπαντός σημαδεμένα από τον μπαμπά τους και την σχέση με τις κόρες του. Ίσως λοιπόν να βρει την ευκαιρία να τα μιλήσει αυτά με τον Ντυπόν, δεν μπορεί, θα ’ρθει η ώρα.

Προς το παρόν απολαμβάνουν το τσάι τους. Δεν μιλούν πολύ, περιορίζονται στις τυπικότητες, αλλά σε ζεστό κλίμα. Ο Αναστάσιος, χαρούμενος για την διπλή ανακάλυψη που ζούσε, άναψε την πίπα του, η Άλλη, κατά το συνήθειό της, παρατηρεί τα χέρια της. Τότε η Μία, θεώρησε πως ήταν η κατάλληλη στιγμή να σπάσει τον πάγο.
-Να σας διαβάσω κάτι που έγραψα ειδικά για σήμερα; ρωτάει με ερευνητικό ύφος.
Η απάντηση ήρθε ενθαρρυντική και μάλλον με ανακούφιση:
-Ναι, Μία μου, είμαι σίγουρη πως ο κύριος Ντυπόν περιμένει με ανυπομονησία να γνωρίσει το ταλέντο σου, λέει η Άλλη με καμάρι.
Η Μία σηκώνεται με σβελτάδα κοπελούδας και πετάγεται στην κουζίνα να φέρει το γραπτό της.
Επιστρέφει, διορθώνει τα γυαλιά της κι αρχίζει την ανάγνωση ζωηρά, αλλά και με ένα τρέμουλο στη φωνή και στα χέρια, από την ένταση:

Πρόπαν, το διαμάντι του Πηλίου.
(Ρίχνει μια κλεφτή ματιά στον Ντυπόν που ανακάθεται στην πολυθρόνα του, έχει ένα ύφος γεμάτο έκπληξη και περιέργεια. Η Άλλη χαμογελάει ανυπόμονη).
Μακριά απ’ της πόλης τη βοή
Μέσα σε μύρα λουλουδιών λουσμένο,
Χωριό μου με την άδολη ψυχή
Το κάθε τι σου είν’ αγαπημένο…
Τότε, έγινε κάτι ξαφνικό, που κανείς τους δεν περίμενε. Η Μία σφίγγοντας το χαρτί στα δάχτυλά της, πήρε μια βαθιά ανάσα, άνοιξε τα χείλη να διαβάσει, μα ο ήχος δεν έβγαινε, το πρόσωπό της συσπάστηκε με ορμή, το βλέμμα της γέμισε θλίψη και δάκρυα πίσω από τα γυαλιά, ξέσπασε σε γοερά κλάματα. Οι λυγμοί ανέβαιναν βίαιοι από το στήθος της, το χαρτί μουσκεύτηκε και τα γράμματα διογκώθηκαν. Έκανε να σηκωθεί μα αισθανόταν τα πόδια της ανήμπορα.
-Συγνώμη, ψελλίζει μέσα στα αναφιλητά.
Σε λίγο άκουσε τον Ντυπόν να της λέει με οικειότητα:
-Μην φεύγεις, Μία, μείνε μαζί μας, κλάψε, είναι όμορφο να έχει κανένας συναισθήματα και να μπορεί να τα εκφράζει έτσι, αυθόρμητα. Κλάψε και μετά ηρέμησε και μίλησέ μας. Να ξέρεις, με αγγίζεις, είναι ο πιο ανθρώπινος τρόπος να με υποδεχθείς. Μου λες τόσα πολλά με τα δάκρυα, χωρίς λόγια. Αυτά δεν τα είχες προβλέψει, δεν τα είχες σκηνοθετήσει. Έτσι, η υποδοχή είναι πιο εγκάρδια, πιο ουσιαστική, πιο άμεση. Άλλη φορά μάς διαβάζεις το ποίημα. Έλα, ησύχασε…

Η Άλλη είναι σιωπηλή. Θα ήθελε να μπορούσε να σηκωθεί, να πλησιάσει και να αγκαλιάσει τη Μία, να την κρατήσει σφιχτά στην αγκαλιά της, να της πει ένα γλυκό λογάκι, να την ηρεμήσει. Μα της είναι αδύνατον, αυτό δεν θα το καταφέρει ποτέ της, όσο κι αν το επιθυμεί. Μπόρεσε μόνο να πει στον Ντυπόν:
-Είναι συγκινημένη που σας γνωρίζει. Έχει πολύ ευαισθησία μέσα της, και όλη η ιστορία με την Πρόπαν και το Πήλιο την έχει αναστατώσει. Της έφερε αναμνήσεις παλιές και ξεχασμένες. Όταν ήταν μικρή, στον πόλεμο και στον εμφύλιο, έζησαν στο Πήλιο, θα σας τα πει η ίδια. Αλλά λιγάκι με ανησυχεί τελευταία, ξεσπάει συχνά σε κλάματα, λέει κοιτάζοντας την φίλη της να σκουπίζει τα δάκρυά της και να διπλώνει το χαρτί. Ξαναβάζει τα γυαλιά της. Μετά την καταιγίδα βρίσκει δειλά το γνωστό, ανεπανάληπτο χαμόγελό της.

Ο βασιλιάς ήλιος είχε πια παραιτηθεί. Η θάλασσα πήρε τη βραδινή φορεσιά της, απαστράπτουσα και μυστηριώδη. Οι τρεις φίλοι αισθάνονται κάπου βαθιά μέσα τους πως μια καινούργια σελίδα ανοίγει στη ζωή τους. Ξέρουν πως η χαρά που νιώθουν μαζί θα είναι σπαρμένη με τόνους συγκίνησης και τρυφερότητας, με δάκρυα και νοσταλγία, καθώς θα ξετυλίγονται οι ζωές τους στο υποβλητικό φως του δειλινού.
Ο Αναστάσιος Ντυπόν, που ξέρει καλύτερα από τους τρεις τους την αγωνία της επερχόμενης νύχτας, προτείνει με φωτεινό χαμόγελο:
-Θα ζητήσω από την Άννα μου να φέρει από το Πήλιο ορτανσίες και γαρδένιες, κι αν δεν έχετε αντίρρηση θα μπορούσαμε να συναντιόμαστε και στη βεράντα μου…
Άλλωστε το διπλανό διαμέρισμα έχει μια προδιάθεση στα κύματα και τις συνεδρίες, δεν νομίζετε;
Οι άλλες συμφώνησαν χαρούμενα.

Κι όμως! Στις συνεδρίες της βεράντας δεν λέγονται όλα. Ο ψυχαναλυτής έχει στο νου του την παράσταση που μαγειρεύει στο γραφείο του με την πιστή του Ευρυδίκη. Και το σχέδιο αυτό το κρατάει μυστικό από τις δυο συνονόματες φίλες του. Έχει το σκοπό του. Το έργο που γράφει είναι συνδεδεμένο με τις δυο γυναίκες και την ιστορία τους. Θέλει να ζήσουν την έκπληξη στην Πρόπαν το καλοκαίρι, την ώρα που θα παρακολουθούν το θεατρικό δρώμενο.
Ο ψυχαναλυτής Ντυπόν γράφει θεατρικά έργα. Τον βοηθούν, λέει, να κρατιέται στη ζωή. Σε μια εκμυστήρευσή του, παραλληλίζει την δραστηριότητα της συγγραφής με μια ανάμνηση από την παιδική του ηλικία, τότε, στη δεκαετία του 30, στο πηλιορείτικο χωριό του, στην Πρόπαν, όταν ακόμα το όνομά του ήταν Ελευθέριος.

Αυτή την εκμυστήρευση του Ντυπόν την βρίσκουμε σε ένα μικρό απόσπασμα του βιβλίου, σελ 351. Θα το ακούσουμε, αλλά, επειδή το ταλέντο μου στην ζωντανή ανάγνωση δεν τολμάει να συγκριθεί με εκείνο των ηθοποιών που απολαύσαμε πριν λίγο, η ηχογραφημένη ανάγνωση θα συνοδεύεται από εικόνες και μουσική στο βίντεο που ακολουθεί.
Δράττομαι της ευκαιρίας να σας πω πως τα μικρά αυτά βίντεο, που δεν θα είχαν δημιουργηθεί χωρίς την πολύτιμη βοήθεια του ταλαντούχου φίλου Φώτη Μαρκάδα, δεν έχουν καμιάν άλλη καλλιτεχνική φιλοδοξία πέραν τού να συνοδεύσουν την αποψινή παρουσίαση του βιβλίου. Έγιναν σαν κολλάζ των ιδεών που εμφανίζονται στο μυθιστόρημα, σαν παρέλαση χαρακτηριστικών εικόνων που παραπέμπουν πάντα σε κάτι άλλο, που θυμίζουν ένα στοιχείο που εμπεριέχεται στο μυθιστόρημα, κάτι σαν τον ελεύθερο συνειρμό της ψυχαναλυτικής συνεδρίας. Με άλλα λόγια κάτι σαν αυτό που ο ψυχαναλυτής τού βιβλίου λέει μέσα από το έργο του, χρησιμοποιώντας την περίφημη πίπα του Μαγκρίτ: Αυτό που βλέπετε δεν είναι αυτό που νομίζετε...
Λέει, λοιπόν, ο Αναστάσιος (πρώην Ελευθέριος) μιλώντας στους θεατές του:

Βίντεο 1: Το τεφτέρι



Στον τόπο αυτόν που λατρεύω, τα παλιά τα χρόνια, τότε που ήμουν ένα μικρό ευτυχισμένο παιδί, υπήρχε, μεταξύ άλλων, το παντοπωλείο. Στο φτωχικό, παστρικό μαγαζί που μοσχοβολούσε κανέλα και γλυκάνισο, έβρισκαν οι προπαντιώτες ό,τι δεν είχαν στα σπίτια, στους μπαξέδες και στους στάβλους τους. Μ’ έστελνε λοιπόν η μάνα μου, με το δίχτυ, να φέρω μιαν οκά ζάχαρη ή λίγα δράμια καφέ, όλο και κάτι μικρό θα έλειπε απ’ το κελάρι μας. Στον μπακάλη που πήγαινα, ψώνιζα βερεσέ. Άνοιγε λοιπόν εκείνος ένα χοντρό, εντυπωσιακό στα μάτια μου, βιβλίο, κι έγραφε με καλλιγραφικά γράμματα τα είδη που αγόραζα και την αξία τους. Μετά, συμπλήρωνε σε μικρογραφία, το μικρό χάρτινο τεφτέρι μας που μου έδινε μαζί με την πραμάτεια.  Συνήθως, η κίνηση αυτή συνοδευόταν από ένα στρογγυλό χαμόγελο ή μια καραμέλα από το λαχταριστό γυάλινο βάζο του πάγκου του.
Έτσι, όταν ευκολυνόταν η οικογένεια, γινόταν η σούμα και διαγράφονταν τα χρέη από τα δυο βιβλία.
Όλο αυτό με διασκέδαζε, η συναλλαγή χωρίς ρευστό μου φαινόταν φιλική και ανθρώπινη. Περισσότερο όμως χάζευα τη διαφορά ανάμεσα στα δυο λογιστικά αντικείμενα. Το χοντρό βιβλίο του μπακάλη, έκλεινε μέσα του τις δοσοληψίες όλου του χωριού, τα χρέη και τις πληρωμές τής ζωής. Ενώ το μικρό χάρτινο τεφτέρι αφορούσε ένα μικρό κομμάτι της, ήταν κάτι σαν παιχνιδιάρικη, μερική αναπαραγωγή της πραγματικότητας, σαν έργο τέχνης που μαρτυράει μια γεύση της ζωής, μιαν άποψη. Η πραγματική όμως, η επίσημη καταγραφή γίνεται αλλού: Στο χοντρό βιβλίο του μπακάλη, στην καθημερινή πραγματικότητα των ανθρώπων.
Κι ακόμα πολύ χάζι έκανα με τη λέξη τεφτέρι. Καθώς αγνοούσα τότε την τουρκική ετυμολογία της, θεωρούσα πως σήμαινε κάτι μικρό σαν εμένα, σαν το παιδί που ήμουν δίπλα στους μεγάλους. Είχα φτιάξει το παραμύθι μου που το ταίριαζα στα δικά μου. Το τεφτέρι του Λευτέρη. Ή ακόμα καλύτερα, το τεφτεράκι του Λευτεράκη, καμιά φορά μάλιστα το αποκαλούσαμε «δευτεράκι», σε μια προσπάθεια ωραιοποίησης της λέξης. Ε ναι, ο δεύτερος ήμουν, ο μικρός. Ο αδερφός μου, ως ο μεγάλος, σπάνια έκανε θελήματα και ψώνια στον μπακάλη. Το βλέπω ακόμα στα μάτια μου, το χιλιοτριμμένο από τις τσέπες και τις ιδρωμένες χούφτες μου τεφτέρι. Είμαι σίγουρος πως στο ταλαιπωρημένο εξώφυλλό του είχε ζωγραφιές ή λέξεις από την σχολική ορθογραφία μου.
Σας παρακαλώ λοιπόν να δείτε το έργο μου σαν το χάρτινο τεφτέρι, όπου προσπάθησα να καταγράψω ένα μικρό κομμάτι των δοσοληψιών της ζωής, να δώσω μοναχά μια μερική και προσωπική άποψη στα χρέη και τις αποπληρωμές των ανθρώπων. Δείτε το έτσι, σαν το παιχνιδιάρικο τεφτεράκι πρόχειρων λογαριασμών ενός παιδιού, κι όχι σαν τα βαριά και σοβαρά χρέη των μεγάλων. Γιατί, εκείνα, τα ζείτε καθημερινά στο μεγάλο βιβλίο των συναλλαγών της ζωής σας.



Επέλεξα να ακούσουμε αυτό το κομμάτι όπου ο Αναστάσιος Ντυπόν απευθύνεται στους θεατές τού έργου του, διότι αισθάνομαι πως θα μπορούσα αυτούσιο να σας το απευθύνω τώρα κι εγώ, ως συγγραφέας, σε σας, τους αναγνώστες μου.
Οι συνδέσεις και οι ταυτίσεις που έλεγα πριν…
Το μεγάλο βιβλίο των συναλλαγών της ζωής δεν μπορεί να καταγραφεί σε ένα μυθιστόρημα. Αυτές τις ζούμε. Τότε, θα ρωτήσει κάποιος, γιατί γράφει μυθιστορήματα ένας ψυχαναλυτής; Να σας πω:

Ο Σίγκμουντ Φρόιντ έκανε κάποτε την εξής εκμυστήρευση στον Βίλχεμ Στέκελ που υπήρξε  μαθητής του:
«Με το μυαλό μου συνθέτω πάντα μυθιστορήματα, βασιζόμενος στην ψυχαναλυτική μου εμπειρία. Θα ήθελα να γίνω μυθιστοριογράφος, αλλά όχι ακόμα. Ίσως κάποτε».
Ο Φρόιντ, αν και φλέρταρε πολύ με την ιδέα, δεν έγραψε μυθιστορήματα, η επιθυμία έμεινε σε συνεχή αναβολή.
Όχι, ο Φρόιντ δεν έγινε μυθιστοριογράφος. Εκείνος όμως δημιούργησε την έκφραση οικογενειακό μυθιστόρημα.

Πρόκειται για έναν ψυχαναλυτικό όρο που προσδιορίζει τις φαντασιώσεις μέσω τον οποίων ο άνθρωπος τροποποιεί φαντασιακά τους δεσμούς με τους γονείς του. Με το να φαντάζεται για παράδειγμα πως είναι ένα παιδί που βρήκαν, ή πως γεννήθηκε από διάσημο πατέρα, αποδίδοντας στη μητέρα μυστικές ερωτικές περιπέτειες κλπ.

Επινοείται λοιπόν ένα είδος μυθιστορήματος με φαντασιώσεις που σχετίζονται με την οιδιπόδεια πίεση: επιθυμία του παιδιού να ταπεινώσει τους γονείς ή αντίθετα να τους εξυψώσει, επιθυμία μεγαλείου, απόπειρα να παρακαμφθεί ο φραγμός της αιμομιξίας, έκφραση του ανταγωνισμού μεταξύ αδελφών...
Μ’ άλλα λόγια, σ’ αυτές τις φαντασιώσεις τού φροϋδικού οικογενειακού μυθιστορήματος, επινοούνται όλα όσα μπορούν να συνθέσουν ένα ενδιαφέρον λογοτεχνικό μυθιστόρημα.

Αυτό που ο Φρόιντ άφηνε για αργότερα, άλλοι ψυχαναλυτές το δοκίμασαν, τόλμησαν και το επιχείρησαν, με καλό, μέτριο ή κακό αποτέλεσμα.

Σε ένα μακροσκελές άρθρο, ο συγγραφέας και ψυχαναλυτής Γιάκομπ Σνάηντερ που συνδυάζει ο ίδιος τέλεια την πένα με το ντιβάνι, μιλάει για την μοιραία σχέση που συνδέει την ψυχανάλυση με την συγγραφή. Κατ’ αυτόν, αυτή η σχέση αυτή δεν δίνει παρά τερατουργήματα και αποτυχίες. Ο Σνάηντερ αναρωτιέται γιατί οι ψυχαναλυτές να είναι τόσο κακοί συγγραφείς.

Δεν θα δώσω εγώ, δεν θα δώσουμε εμείς εδώ τώρα την απάντηση. Ας του αφήσουμε την ευθύνη αυτής της κριτικής, κρατώντας όμως το κύριο κομμάτι της σκέψης του: Ότι ο ψυχαναλυτής και ο μυθιστοριογράφος έχουν και οι δυο την ίδια εμμονή με τις φαντασίες και τις λέξεις, κατακλύζονται από την ίδια επιθυμία της συγγραφής.
Κι αν κρίνω από τον εαυτό μου, η επιθυμία αυτή έχει τη βάση της σ’ αυτό που τόσο εύστοχα διατύπωσε σε ένα κείμενο η Καίτη Στεφανάκη: Στην έννοια της ευχαρίστησης, της ψυχαγωγίας. Μιας ευχαρίστησης του να μετατρέπεις αυτά που εμπνέει κάθε «οικογενειακό μυθιστόρημα» (που θα μπορούσε να ακουστεί στο ψυχαναλυτικό ντιβάνι) σε κοινό λογοτεχνικό μυθιστόρημα. Καθώς και την ευχάριστη αναμονή να δώσεις ψυχαγωγία σ’ αυτούς που θα το διαβάσουν. Να προσφέρεις ίσως την ευχαρίστηση που δίνει η λογοτεχνία.


Θα κλείσουμε τη σημερινή βραδιά με ένα διήγημα. Δεν είναι απόσπασμα του βιβλίου, είναι αυτοτελές διήγημα γραμμένο μετά την έκδοση του μυθιστορήματος. Βλέπετε, συχνά οι ήρωες ακολουθούν τον συγγραφέα και μετά την δημοσιοποίηση του έργου. Το διήγημα περιγράφει το όνειρο του γέρου αναλυτή την τελευταία νύχτα της ζωής του, λίγες ώρες μετά την παράσταση στο ερειπωμένο αρχοντικό της Πρόπαν.

2ο βίντεο: Το τελευταίο όνειρο.


Μετά την παράσταση, ο Αναστάσιος Ντυπόν δεν είχε καθόλου διάθεση να αποσυρθεί.
Όμως, η κόρη του η Άννα, η Ευρυδίκη, η Μία και η Άλλη επίσης, όλες επέμεναν πως, μετά την αποψινή συγκίνηση, θα ήταν φρόνιμο για έναν άνθρωπο της ηλικίας του να μην αργήσει να ξαπλώσει.
Αναγκάστηκε λοιπόν να μην τις κακοκαρδίσει, κι ακουμπώντας στο μπράτσο της Ευρυδίκης του έσυρε τα βήματά του ως την κάμαρη και ξάπλωσε.
Μα πριν καλά-καλά κλείσει η πόρτα του, εκείνος γλίστρησε έξω απ’ τα σεντόνια, και με εφηβική ορμή πλησίασε το παράθυρο.
Το βουνίσιο βράδυ με την πανσέληνο τον καλούσε και του ήταν αδύνατον να μην ανταποκριθεί. Η αγαπησιάρα Πρόπαν με τις γαλιφιές της του άπλωνε τα μαγευτικά της χέρια να τον αποπλανήσει.
Μ’ έναν σάλτο βρέθηκε στο πίσω καλντερίμι. Πήρε την κατηφόρα προσέχοντας να μην σκοντάψει σε κανα βράχο και προδοθεί.
Τα πνευμόνια του ρουφούσαν αχόρταγα τη βραδινή μοσχοβολιά απ’ τ’ αγιοκλήματα στις αυλές, τώρα ακούγονταν πιο απόμακρες οι εύθυμες κουβέντες τής ομήγυρης απ΄ την αυλή του.
Μα σα να ’βλεπε τον κόσμο κάπως αλλιώτικο, παράξενο για πρώτη φορά το γνώριμο τοπίο του φάνηκε.
Τα σπίτια ήταν σκοτεινά, σαν βυθισμένα σε χρυσόχρωμη ομίχλη, οι κήποι και τα δέντρα σαν νοσταλγικές πονεμένες φιγούρες βγαλμένες από άλλες εποχές, περασμένες, δύσκολες.
Τάχυνε το βήμα του. Έπρεπε να φτάσει γρήγορα, το χρωστούσε στον εαυτό του, το όφειλε στην ιστορία του.
Ήρθε εδώ, εδώ να, πίσω απ’ την εκκλησιά, δίπλα σ’ αυτόν εδώ τον τοίχο, λιγάκι παράμερα, στο κούφωμα της πόρτας, στα σκαλιά του σχολειού του.
Έκατσε στο μάρμαρο, έβγαλε την πίπα του, θυμήθηκε εκείνο το πανάρχαιο πρωινό με τα λόγια του κυρίου του.
Σεπτέμβρης 1939.
Ο αγαπημένος του δάσκαλος τού μιλούσε.
Σιγανά, σχεδόν ψιθυριστά. Του έλεγε πως σήμερα ήταν μια μεγάλη απώλεια για τον κόσμο, γιατί ένας σπουδαίος άντρας άφησε την τελευταία του πνοή, μακριά, πολύ μακριά, σε μια ευρωπαϊκή πρωτεύουσα, το Λονδίνο, αν έχει ακουστά.
Τέτοια έλεγε ο δάσκαλος κι ήταν συνεπαρμένος απ’ το νέο που λίγοι έμαθαν, κι ο μαθητάκος άκουγε δίχως να καταλαβαίνει γιατί ο κύριος του έλεγε την ιστορία αυτή.
Συγκράτησε μονάχα πως ο παππούς που πέθανε ήταν άγνωστος σε όλους τους προπαντιώτες, πως ήταν κυνηγημένος απ’ τη χώρα του την Αυστρία, και πως είχε βρει τρόπο, λέει, να ακούει τις ψυχές των ανθρώπων.
Κι ο δάσκαλος ήταν σίγουρος πως το όνομά του θα ακουγόταν και μετά από πολλά-πολλά χρόνια, σ’ όλο τον κόσμο, ακόμα κι εδώ, στην Πρόπαν, το ξεχασμένο χωριό του Πηλίου.
Ο γέρος Ντυπόν άναψε την πίπα του.
Μετά, χάιδεψε το ζεστό πέτρινο σκαλοπάτι που εκείνο μονάχα είχε ακούσει τότε τις κουβέντες εκείνες. Ίσως να ήταν αυτές ακριβώς οι προτάσεις που του έδειξαν τον δρόμο στη ζωή του.

Το χάδι της κόρης του τον ξύπνησε.
-Ονειρευόμουν, λέει ο γέροντας. Είχα πάει, λέει, στο σχολειό και ξαναθυμήθηκα τη μέρα που έμαθα για το θάνατο του Φρόιντ.
Για φαντάσου! Το 1939, ένας νεαρός δημοδιδάσκαλος, χαμένος στο Πήλιο της Ελλάδας, να τιμάει τον θάνατο του πατέρα τής ψυχανάλυσης, μιλώντας στον αγαπημένο του μαθητή...
Λόγια-σπόρια! Που, μάλλον, έπιασαν τόπο, βρήκαν πρόσφορο έδαφος στο σχολιαρόπαιδο που ήμουν τότε, δεν νομίζεις, Άννα μου;
Ήταν σοφός εκείνος ο δάσκαλος, και να, που ούτε το όνομά του δεν θυμάμαι πια, λέει χαμογελώντας αχνά, και ξαναβυθίζεται στον ύπνο.

Ευχαριστίες:

Στον Σύλλογο Πρόπαν για την αποτελεσματική συνεργασία,



Στους φίλους ηθοποιούς Βασίλη Μητσάκη και Αμαλία Γκιζά για την πολύτιμη προσφορά του ταλέντου τους,


   Τις εκδόσεις Αρμός που με εμπιστεύονται και εκδίδουν τα βιβλία μου, Και το βιβλιοπωλείο του Βόλου η Πέννα που αν και Κυριακή ήταν εκεί για τη διάθεση των βιβλίων


,
5.   


         Στον Νίκο Αγγελίδη για τα έργα του που κοσμούν τα εξώφυλλα. Πολλά από τα ζωγραφικά έργα στα φιλμάκια είναι δικά του.




       Στον Φώτη Μαρκάδα για την ακούραστη συμμετοχή με τις προσκλήσεις τις αφίσες και τα βίντεο. Με τη δική του δουλειά έγινε επίσης η έκδοση των διηγημάτων που σας προσφέρουμε. Επίσης στην Πηλίτσα για τις όμορφες νοστιμιές που συνόδευσαν το κρασάκι μας.


Και, φυσικά σε όλους σας, ξέρω πως οι περισσότεροι κάνατε πολλά χιλιόμετρα για να είστε μαζί μας.


Σας ευχαριστώ.