Δευτέρα 8 Απριλίου 2019

Οικία Κατακουζηνού: ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ και ΨΥΧΑΝΑΛΥΣΗ (1)

Η αρχιτεκτονική και η ψυχανάλυση έχουν κάποιες αναλογίες, κατά τη γνώμη μου. Οι κυριότερη είναι ότι και στις δύο περιπτώσεις πρόκειται για «σκέψη πάνω στην δημιουργία». Πρόκειται για μεταφορά και κατασκευή νοήματος. 
Επίσης και οι δύο κινούνται σε ένα χώρο που βρίσκεται ανάμεσα στην επιστήμη την θεωρία την τέχνη και την πρακτική.
Στην αρχιτεκτονική, όπως και στην ψυχανάλυση, επικρατεί μία διαλεκτική δραστηριότητα που λίγο-λίγο οδηγεί σε μια αναπαράσταση αυτού που ως τότε ήταν απροσδιόριστο,  ασύλληπτο και ασαφές. Για παράδειγμα, η αρχική ιδέα, το αρχικό σκίτσο τού αρχιτέκτονα μετατρέπεται σε κάτι συγκεκριμένο και συνειδητό, σε κατασκευή. Όπως  στην ψυχανάλυση ο ελεύθερος συνειρμός θα μετατρέψει το ασυνείδητο, η ένα τμήμα του, σε συνειδητό.
Κάτι άλλο κοινό είναι πως και στα δύο πεδία υπάρχει σύμπλευση ανάμεσα στην θεωρία και την πρακτική. Η αρχιτεκτονική όπως και η ψυχανάλυση, ουσιαστικά δεν διδάσκονται στα αμφιθέατρα. Χρειάζεται συγχρόνως το σχεδιαστήριο στη μία περίπτωση, και το ντιβάνι στην δεύτερη. 
Η θεωρία θα υποστηρίξει την πρακτική και η πρακτική θα εμπλουτίσει την θεωρία (1).

(1)
Βλ. 
Άρης ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ, 
Για την Αρχιτεκτονική, Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης, 2017

Κώστας ΤΣΙΑΜΠΑΟΣ, 
Αμφίθυμη Νεωτερικότητα, Επίκεντρο, 2017

Παρά τις διάφορες όψεις, τις τομές, τις κατόψεις, τα προοπτικά και αξονομετρικά σχέδια που εμφανίζονται λεκτικά μέσα στις συνεδρίες, το δημιούργημα της ψυχοθεραπείας δεν έχει την πραγματική υπόσταση του αρχιτεκτονήματος διότι αφορά την άυλη, την ψυχική πραγματικότητα του ανθρώπου, και άρα ξεφεύγει από τον λογικό έλεγχο, από τον προγραμματισμό.
Να όμως που ξανασχεδιάζοντας τις κατόψεις και τις τομές τής ψυχής του πάνω στο ψυχαναλυτικό ντιβάνι, εμφανίζονται στοιχεία του πραγματικού δομημένου περιβάλλοντος όπου μεγάλωσε ο άνθρωπος που ανακαλύπτει αποσυρμένες μνήμες. Μνημονικά απομεινάρια αρχιτεκτονικών στοιχείων μπλέκονται με τις αναμνήσεις των συναισθημάτων στις προβολές των συνεδριών.



Το «μέσα και το έξω» 

Εδώ, στον χώρο που βρισκόμαστε, τηρουμένων των αναλογιών, το έξω συναγωνίζεται το μέσα, σε μνήμη, σε ιστορία, σε κάλλος. Οι σχεδόν γυάλινοι τοίχοι που τα χωρίζουν, και η ενδιάμεση βεράντα, παίζουν τον σοβαρό συνδετικό τους ρόλο. Αυτά που έζησε αλλά και ζει το εσωτερικό τούτου του σπιτιού είναι αναπόσπαστα δεμένα με την ιστορία του τοπίου αυτού. Η εμβληματική θέα είναι φορτωμένη ιστορία, μνήμη, τραύμα, σύμβολα, είναι αδύνατον να είσαι μέσα δίχως να σκέφτεσαι το έξω με την πραγματικότητα και το βάρος του, δίχως να συνδέσεις το παρόν με το παρελθόν. Πολύτιμη διεργασία. Διότι, το ξέρουμε πια, όποιος αγνοεί το παρελθόν του, είναι αναγκασμένος να το επαναλαμβάνει.



Το «μέσα και το έξω» (καθώς και οι συνδέσεις ανάμεσά τους) είναι ένα προσφιλές θέμα στους αρχιτέκτονες αλλά και στους ψυχαναλυτές. Νομίζω πως είναι πολύ σοβαρή υπόθεση και πρέπει να απασχολεί και τους δυο αυτούς επαγγελματίες. 
Πού βρίσκεται και τι μορφή έχει η γραμμή που διαχωρίζει την ιδιωτική σφαίρα ζωής από την ημιδημόσια και την δημόσια σφαίρα; 

Πού βρίσκεται αλήθεια αυτό το όριο στα σπίτια που ζούμε; Την πετυχαίνουμε άραγε ποτέ την πολυπόθητη ιδιωτικότητα στα αρχιτεκτονήματα που κατοικούμε;
Ο νους μου πάει σε κάποια συμπτώματα που επεξεργάζονται οι ασθενείς στο γραφείο μου αναζητώντας τις αιτίες στα βάθη του ασυνείδητου.  
Όταν ο άνθρωπος-παιδί δεν είχε χώρο να κρύψει τα «ανομολόγητα» θα αναγκαστεί να τα καταχωνιάσει πολύ βαθιά, να τα θάψει στα υπόγεια, άγνωστα σκοτάδια του ασυνείδητου. 
Απ’ όπου, όταν έρθει η ώρα να τα ανασύρει, στο ψυχαναλυτικό ντιβάνι, θα δυσκολευτεί. Οι ψυχικές κρύπτες είναι πολύ πιο δύσκολα προσβάσιμες απ’ τα κατώγια ή τα ανώγεια των πέτρινων πατρικών σπιτιών με τους χοντρούς τοίχους.

Η ψυχικοποίηση του χώρου

Ας θεωρήσουμε έναν χώρο. Με το εμβαδόν και τον όγκο του, με τις τρεις διαστάσεις του,
μήκος, πλάτος, ύψος. Το ανθρώπινο μάτι αντιλαμβάνεται την ύπαρξη του χώρου, ο εγκέφαλος την κατανοεί, την εκτιμά, τόσο μήκος τόσο πλάτος, τόσο ύψος.... 
Όμως ο άνθρωπος, πλην του εγκεφάλου και των αισθητήρων, διαθέτει επίσης ένα άλλο αθέατο όργανο που συνοδεύει την αντίληψη του χώρου. Το όργανο αυτό είναι ο ψυχισμός. 

Το ψυχικό όργανο θα ενεργοποιηθεί μπροστά σε κάθε αισθητικό ερέθισμα και θα συνοδεύσει την αντίληψη. Ο χώρος που βλέπουμε λοιπόν, θα χρωματιστεί με ψυχικές μπογιές. Η αίσθηση θα συνοδευτεί με όλα τα σύνθετά της. Αίσθηση και διαίσθηση, αίσθημα και συναίσθημα, συναίσθηση και ενσυναίσθηση. Ακόμη και, γιατί όχι, προαίσθηση ή προαίσθημα.
Έτσι, μπροστά σε ένα χώρο δεν βλέπουμε όλοι το ίδιο πράγμα, αν και όλοι συμφωνούμε για τα φυσικά χαρακτηριστικά του και μπορούμε να δώσουμε σωστά τα στοιχεία του. Χρώμα, υλικά, θέση. Τόσο μήκος τόσο πλάτος, τόσο ύψος...
Ο καθένας όμως θα δει τον χώρο, θα τον αισθανθεί, θα τον νιώσει με τα δικά του ψυχικά φίλτρα. 

Είχα κάποτε στο γραφείο μου έναν αναλυόμενο που ασκούσε το επάγγελμα του μεσίτη ακινήτων. Με διασκέδαζε πολύ με τις διηγήσεις του που περιέγραφαν τις αντιδράσεις των πελατών του όταν τους συνόδευε στις επισκέψεις των κατοικιών που διαχειριζόταν.
Για το ίδιο ακίνητο, έλεγε, μπορούσες να ακούσεις τα πιο ποικίλα και αντικρουόμενα σχόλια.

Μέσα στην ψυχική ένταση που δημιουργεί η επίσκεψη σε έναν άγνωστο χώρο που ενδέχεται να γίνει το σπίτι σου, και με δεδομένη την έντονη φαντασίωση που προηγήθηκε της επίσκεψης, το «εμπόρευμα» του μεσίτη ψυχικοποιείται από τον υποψήφιο αγοραστή. 
Μόνον έτσι εξηγείται το γεγονός πως κάποιοι από τους πελάτες του απέρριπταν άμεσα και απερίφραστα μια «καλή περίπτωση», ενώ κάποιοι άλλοι έλεγαν πως ακριβώς εκεί νιώθουν να βρήκαν τη σωστή στέγη που έψαχναν, ένιωθαν θετική την αύρα του σπιτιού, κάποιοι μάλιστα έφταναν να πουν πως το ερωτεύτηκαν.

Ο χώρος ψυχικοποιείται. Επενδύεται κάποια ψυχικά στοιχεία που προβάλει πάνω του εκείνος που τον επισκέπτεται.
Πέρα από τις πρακτικές ή αισθητικές ανάγκες, που δεν είναι συζητήσιμες και διαπραγματεύσιμες, εμφανίζεται αυτό το «κάτι άλλο» που λέμε στην απλή γλώσσα: η αίσθηση-διαίσθηση-ένστικτο που υπαγορεύει την επιλογή, την απόφαση πως «το σπίτι αυτό μου κάνει. Με θέλει! Λες και χτίστηκε για μένα! Νιώθω την θετική αύρα του, που μου ταιριάζει».


Ειπωμένο αλλιώς, κάθε αρχιτεκτόνημα, όπως άλλωστε κάθε εξωτερικό αντικείμενο, γίνεται κατανοητό από τον άνθρωπο μέσα από την διαδικασία αντίληψης η οποία μετατρέπει τα μηνύματα των αισθήσεων σε ατομική εμπειρία και γνώση. Κατά τη διάρκεια αυτής της διαδικασίας το εξωτερικό ερέθισμα αλλοιώνεται. Δηλαδή, η νοητή εικόνα που σχηματίζει κανείς για το κτίριο δεν ταυτίζεται με την πραγματική εικόνα του κτιρίου. Η εσωτερική εικόνα είναι φορτισμένη με διαφόρων ειδών νοήματα που της προσδίδει αυτόματα το άτομο. Αυτά σχετίζονται με την παιδεία, την πολιτισμική του ιδιαιτερότητα, την διάθεσή του αλλά κυρίως σχετίζονται με την ψυχοσύνθεση, το ψυχικό όργανο του ανθρώπου.
Όπου εμπλέκονται το υποσυνείδητο, οι ενορμήσεις, τα ψυχικά τραύματα.

Η ΑΣΚΗΣΗ
Υποθέστε ότι βρίσκεστε κλεισμένοι με την θέλησή σας, μόνοι, ήρεμοι και ασφαλείς στην οικία Κατακουζηνού, για μια νύχτα.
Την επόμενη μέρα, με ένα email(μέχρι 400 λέξεις), διηγείστε την εμπειρ
ία στον ψυχαναλυτή σας.
Υποχρεωτική χρησιμοποίηση των λέξεων: Τοίχοι, ψυχή, χώρος, μνήμη.
Το στέλνετε πριν τις 28/2/19 στη διεύθυνση:psyvait@gmail.com

Κείμενο Γεωργίας Κ:

ΜΙΑ ΜΕΡΑ ΣΤΟ ΜΟΥΣΕΙΟ

Ήταν η τελευταία συνεδρία με τον ψυχαναλυτή μου. 
-΄Εχω ένα δώρο για σας
-Δώρο; 
-Ίσως… Εάν έτσι το δείτε. Νομίζω ότι θα σας αρέσει.
Περίμενα να δω κάποιο κουτάκι ή μια σακουλίτσα.  Έβγαλε από το συρτάρι ένα κρίκο με κλειδιά και τα άφησε πάνω στο γραφείο. 
-Είχαμε συζητήσει κάποιες φορές για το Μουσείο Άγγελου και Λητώς Κατακουζηνού. Μου είχατε μιλήσει με τόση θέρμη για την εποχή, για τους οικοδεσπότες και τον κύκλο τους. Για να μη μακρηγορώ. Λόγω της παλιάς φιλίας που ένωνε τον πατέρα μου με τον Άγγελο Κατακουζηνό εξασφάλισα για εσάς τα κλειδιά της οικίας-Μουσείου και έχω κανονίσει -εάν σας ενδιαφέρει βέβαια- να σας παραχωρηθεί για 24 ώρες. Μπορείτε να μείνετε το βράδυ, μπορείτε να χρησιμοποιήσετε όλους τους χώρους σαν να είστε η οικοδέσποινα. Μόνο που θα είστε μόνη, οι καλεσμένοι σας θα είναι φανταστικοί. Ορίστε λοιπόν, σας αγγίζει η καλή νεράϊδα με ραβδί της,  μεταμορφωθείτε εάν το επιθυμείτε. 
Ήταν τόσο αναπάντεχο και τόσο υπέροχο που δε θυμάμαι τι είπα και τι έκανα μετά. Αυτό το μέρος που τόσο με είχε συγκινήσει και με έκανε να ονειρεύομαι θα ήταν το σπίτι μου για ολόκληρη μέρα. 
Ήρθα σε επαφή με την υπεύθυνη του Μουσείου, θα πήγαινα την Τετάρτη στις 5.00 το απόγευμα. Κανονίσαμε να περάσει η ίδια την Πέμπτη την ίδια ώρα να πιούμε μαζί το τσάι μας και να της επιστρέψω τα κλειδιά. «Θα με σερβίρετε εσείς σαν οικοδέσποινα μια η οικιακή βοηθός σας θα έχει άδεια» αστειεύτηκε η κυρία Βασιλάκου.
Είχα ήδη αρχίσει να “ταξιδεύω”, έμεναν μόνο δυο μέρες για να προετοιμαστώ. Έπρεπε να μελετήσω τα γραπτά που είχα στα χέρια μου ξεκινώντας από το βιβλίο της Λητώς «Ο Βαλής μου» και να ανακαλέσω από τη μνήμη μου όσα επιπλέον στοιχεία μας είχε δώσει η υπεύθυνη του Μουσείου στις παρουσιάσεις του χώρου που είχα παρακολουθήσει. Χρειαζόμουν στοιχεία για να οργανώσω μια βραδιά όπως Εκείνοι, σε εκείνους τους καιρούς.
Ποιους θα καλούσαν την Τετάρτη το βράδυ η Λητώ και ο Άγγελος; Θα ήταν βεβαίως οι συνήθεις επισκέπτες και καλοί τους φίλοι που θα  που έφερναν στο σαλόνι των Κατακουζηνών την ποίηση, τη ζωγραφική, τη μουσική, το θέατρο, τα νέα της πολιτικής και της καλλιτεχνικής σκηνής, τα πικάντικα και τα χαριτωμένα που μεσολάβησαν από την προηγούμενη συνάντησή τους.
Μήπως να υπήρχε και κάποια έκπληξη; Ίσως ένας μουσικός από τη μακρινή Αργεντινή, περαστικός από Αθήνα, που θα τους τραγουδούσε με τη συνοδεία του Μπαντονεόν μαγικά και παθητικά Ταγνκό;  Θα χόρευαν τους ήχους και τους στίχους που μίλαγαν για πάθη και έρωτες με ανοιχτές τις τζαμαρίες.  Η Αθήνα με τα νυχτερινά της φώτα  γεμάτη μυστήριο και μαγεία, θέα υπέροχη.
Δυο μέρες πρόβαρα όνειρα. Έστηνα και ξέστηνα σκηνικά. Επισκεπτόμουν νοητά τον Άγγελο και τη Λητώ που συζητούσαν για τις λεπτομέρειες. Εκείνη ήδη ξαπλωμένη στο κρεβάτι να διαβάζει. Εκείνος άργησε λίγο, είχε κάτι να τακτοποιήσει στους φακέλους του. 
-Άγγελε κλείσε σε παρακαλώ το παράθυρο πριν πέσεις 
-΄Αστο άγγελέ μου, θέλω να συζητήσουμε για το βράδυ της Τετάρτης, να μείνουμε λίγο να κοιτάμε τα άστρα, έχει τόσο όμορφη βραδιά απόψε, τόσο όμορφο ουρανό!
-Θα μας πάρει ο ύπνος και θα μείνει το παράθυρο ανοιχτό
-Ακόμα καλύτερα, θα σηκωθούμε νωρίς αύριο, έχουμε πολλά να κάνουμε 
Εκείνη είχε αφήσει το βιβλίο με το χέρι μέσα σα σελιδοδείκτη και ενώ μιλούσαν τον ακολουθούσε με το βλέμμα  που στριφογύριζε μέσα στο δωμάτιο. Έτσι ήταν ο Άγγελος, τακτικός, πριν πέσει όλα έπρεπε να είναι στη θέση τους.
Εκείνος σήκωσε τα σκεπάσματα και έπεσε στο κρεβάτι με φόρα κάνοντάς την να αναπηδήσει. Ήταν από τα αγαπημένα του αστεία, «τώρα είμαι εδώ» σήμαινε, «άσε τα βιβλία, άσε τα ονειροστρατήματα, πάρε με αγκαλιά».
Αυλαία, ας μη γινόμαστε αδιάκριτοι.
Δε θα μάθουμε εάν τελικά εκείνο το βράδυ συζήτησαν τις λεπτομέρειες για τη βραδιά που ετοίμαζαν, εάν σηκώθηκε κάποιος να κλείσει το παράθυρο για να μην τους επισκεφθεί ο ήλιος και τους ξεσηκώσει πρωί-πρωί.  Είναι βλέπεις το δωμάτιο Ανατολικό και οι χρυσές του κόρες τους επισκέπτονται από τους πρώτους.
Τετάρτη στις 5.00 στάθηκα μπροστά στη βαριά πόρτα της οδού Αμαλίας 4.  Συνειδητοποίησα ότι το κλειδί ήταν ζεστό όταν το έβαλα στην κρύα κλειδαριά. Κρατούσα σφιχτά τον κρίκο με τα κλειδιά του Παραδείσου όση ώρα περπατούσα. Ανυπομονούσα.
Το ασανσέρ κατέβαινε. Ένας κύριος γύρω στα σαράντα βγήκε βιαστικός από τον πόρτα. «Καλησπέρα σας» τον χαιρέτησα και μόλις κρατήθηκα να μη συνεχίσω «τι κάνετε;». «Καλησπέρα» είπε προσπερνώντας με κάποια απορία στο βλέμμα.
Η Λητώ δε θα καλησπέριζε όποιον συναντούσε στην πόρτα του ασανσέρ; Βεβαίως σκέφτηκα. Αλλά εκείνη θα ήταν πολύ κομψά ντυμένη, θα φορούσε ψηλά τακούνια και θα είχε όμορφα χτενισμένα τα ξανθά της μαλλιά. Στα χέρια θα κρατούσε με χάρη τη δερμάτινη τσάντα της, πάντα ασορτί με τις γόβες. Προς Θεού όμως, δε θα χαιρετούσε εκείνη πρώτη, αλλοίμονο!
-«Καλησπέρα σας κυρία Κατακουζηνού», θα έλεγε ο κύριος βγαίνοντας από το ασανσέρ κάνοντας μια ανεπαίσθητη υπόκλιση και σηκώνοντας λίγο το καπέλο του εάν φορούσε.
-Καλησπέρα σας κύριε Παπαδόπουλε; Πως είστε; 
-Πολύ καλά σας ευχαριστώ. Εσείς;
-Δόξα τω Θεώ. Τους χαιρετισμούς μου στην Αμαλία. Καλό σας βράδυ
-Τα σέβη μου στο σύζυγό σας, καλό βράδυ να έχετε.
Κοίταξα την εικόνα μου στον καθρέφτη την ώρα που το ασανσέρ ανέβαινε στον πέμπτο όροφο. Παντελόνι τζην, μπουφάν που να μπορεί να σε προστατέψει από αέρα και βροχή, τα μακριά μαύρα μαλλιά πιασμένα πίσω σε ένα ακατάστατο σύμπλεγμα, δήθεν κότσο. Τα παπούτσια για πόλη και για θάλασσα να αντέχουν στην ολοήμερη περιπλάνησή μου δε μου έδιναν αέρα, πάντα μου έλειπαν κάποιοι πόντοι. Στην πλάτη το αγαπημένο μου σακίδιο με το laptopπου είχε γίνει σαν την καμήλα και την καμπούρα της, ποτέ δεν το αποχωριζόμουν.
-Ποια είσαι; Ρώτησα την εικόνα μου στον καθρέφτη
-Είμαι η Λητώ Κατακουζηνού, απάντησα στο είδωλό μου
Δε θα έπειθα κανέναν. Δεν έπεισα ούτε τον εαυτό μου.
Ξεκλείδωσα τις δυο κλειδαριές και κλείνοντας την πόρτα πίσω μου στηρίχτηκα πάνω της για λίγο κλείνοντας τα μάτια. Είσαι η Λητώ, έλεγα νοερά μέσα μου, είσαι η Λητώ Κατακουζηνού. 
Άνοιξα τα μάτια και αναζήτησα το διακόπτη για τα φώτα. Το  χώρο νόμιζα ότι τον γνώριζα καλά αλλά τώρα κατάλαβα πόσο επιφανειακά. Ποιος διακόπτης από τους τρεις είναι για τα φώτα στο χωλ άραγε;  Μπαίνοντας σπίτι σου το χέρι πάει μόνο του στο σωστό διακόπτη που θα ανάψει το φως, το πρώτο φως.
…………………………………………………………………………………………………………………………………………………………

Την άλλη μέρα, στις πέντε ακριβώς η κυρία Βασιλάκου χτυπούσε το κουδούνι της πόρτας ως επισκέπτρια. Της άνοιξα και την οδήγησα στο σαλόνι όπου μας περίμενε το τσάι.
-Λοιπόν, με ρώτησε; Πως ήταν αυτό το εικοσιτετράωρο που ζήσατε σαν οικοδέσποινα στην οικία Κατακουζηνού; Ανυπομονώ να μάθω.
-Θα σας απογοητεύσω κυρία Βασιλάκου. Απογοητεύτηκα και εγώ. Έφυγα χθες το βράδυ και γύρισα στο σπίτι μου. Ναι, όλα ήταν τόσο όμορφα. Σα νύχτωσε και άναψαν τα φώτα, η Βουλή, ο κήπος, η Πόλη που τα πλαισίωνε… Αλλά εγώ δυστυχώς δεν μπόρεσα να μπω σε τούτο τον κόσμο. Δεν ανήκω εδώ. Ένοιωσα σαν διαρρήκτης, σαν κλέφτης της ζωής άλλων. 
Η ζωή μου είναι αλλού. Είμαι η Μαρία Αλεξοπούλου. Ο Άγγελος και η Λητώ είναι ένα όμορφο παραμύθι που αναβίωσε στις μέρες μας χάρις στις προσπάθειές σας αλλά είναι ένα παραμύθι για άλλους καιρούς, άλλους ανθρώπους. 
Μείναμε λίγο οι δυο μας και συζητήσαμε. Ήταν ζεστά και όμορφα μα ήρθε η ώρα να αποχαιρετιστούμε. Την ώρα που έσφιξα το χέρι της κυρίας Βασιλάκου, εκείνη με έκλεισε στην αγκαλιά της και με φίλησε σταυρωτά.
 Όμως ένα ήχος ενοχλητικός μας διέκοψε. Ένας γνωστός ήχος επίμονος που δεν έλεγε να σταματήσει. Το χέρι από μόνο του έκανε για μένα την ίδια κίνηση, όπως  κάθε πρωί, χωρίς καν να έχω συναίσθηση. Έκλεισε το ξυπνητήρι. « Έχουν γνώσιν οι φύλακες», γι αυτό πάντα βάζω και δεύτερο ξυπνητήρι δέκα λεπτά μετά από το πρώτο.  


Κείμενο Διονύση Παπακώστα:
Βρέθηκα, λέει, με την θέλησή μου, μόνος, ήρεμος και με αίσθημα ασφάλειας, μέσα σε μία οικία για μια ολόκληρη νύχτα.
  Καθώς πλησίαζα, λέει, διακρινόταν μία χαλκοπράσινη μεταλλική ταμπέλα καρφωμένη σε επιτοίχια ξύλινη κορνίζα.

Ήταν λέει ένας χώρος, σκοτεινός, χαοτικός, δεν διέκρινα τίποτα. Προχωρούσα ακουμπώντας σε τεράστιους τοίχους που χώριζαν υπερμεγέθη δωμάτια γεμάτα, λέει από βαριά πολυτελή έπιπλα εποχής, σερβάντες, σκρίνια, τουαλέτες, αγάλματα μεταλλικά και ξύλινες φαρδιές κορνίζες κρεμασμένες στους τεράστιους τοίχους. Μέσα στις κορνίζες, ήταν, φωτισμένες κατά διαστήματα από φωτισμένους, λέει, καθρέφτες. Εκεί διέκρινα μορφές μιας άλλης εποχής να αναπνέουν βαριά από το βάρος της ψυχής τους και να ιστορούν μνήμες παρελθόντων χρόνων δίχως να ακούγονται.
Οι καθρέφτες, λέει, στρέφονταν δεξιά και αριστερά για να διακρίνεις, λέει, μόνο τα πολυτελή αριστοκρατικά αντικείμενα.
Καθώς προχωρούσα μέσα στο απόλυτο σκοτάδι, ακουμπώντας στους τεράστιους τοίχους για να ελέγχω τις πατημασιές μου μέσα στους αχανείς χώρους της οικίας για να μην σκοντάψω στα βαριά πολυτελή έπιπλα και ανησυχήσω τις ψυχές των αείμνηστων, που προσδιορίζονταν από το τρίξιμο των πορτέλων των πολυτελών επίπλων καθώς ανοιγόκλειναν από τις πνοές των ψυχών των κεκοιμημένων, ενώ τα αγάλματα με ελαφρύ μειδίαμα με παρακολουθούσαν, καθώς βημάτιζα, με τις απροσδιόριστες μεταλλικές χάντρες των ματιών τους, βυθισμένες στις χαλκοπράσινες κόγχες του κρανίου τους. Καθώς έδιωξα το βλέμμα μου προς άλλη κατεύθυνση, προς άλλο χώρο διέκρινα λαμπυρίσματα από κρυστάλλινα κολονάτα ποτήρια, φωτισμένα και αυτά από τους περιστρεφόμενους καθρέφτες, όλα δίπλα από υπολείμματα φαγητών και πάνω στην μεγάλη τράπεζα μία χαλκοπράσινη ταμπέλα.
ΕΓΡΑΦΕ: «ΟΙΚΙΑ ΚΑΤΑΚΟΥΖΗΝΟΎ».
Τότε ήταν που ανένηψα καθισμένος σε ένα βαρύ, κατάμαυρο καναπέ, με ένα ογκώδες λεξικό που έγραφε:
Λεξικό Πέτρου Αλεξιάδη έτος 2000
ΟΙΚΑ ΚΑΤΑΚΟΥΖΗΝΟΥ
ΚΑΤΑ-ΚΟΥΖΗΝΟΣ = ΟΙΚΟΣ ΕΥΓΕΝΟΥΣ
ca(sa) da cosinus = οίκοςτουεξάδελφου
Τίτλος που δινότανε σε ευγενείς που μετείχαν στο εμπιστευτικό συμβούλιο των βασιλέων.
                                                      ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΣΚΗΣΗ
                                                      ΤΟ ΚΑΦΕ Ψ ΤΟΥ
                                                      ΓΙΑΝΝΗ ΒΑΪΤΣΑΡΑ

                                                 ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΠΑΠΑΚΩΣΤΑΣ
                                                                13-2-2019







Σάββατο 9 Φεβρουαρίου 2019

ΨΥΧΑΝΑΛΥΣΗ / ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ





Το «Καφέ Ψ» στην οικία Κατακουζηνού.
Ανοικτές συναντήσεις που οργανώνει ο κλινικός ψυχολόγος Γιάννης Βαϊτσαράς 

Πρόγραμμα:

-Παρασκευή 1/3/19, ώρα 21:00: 
Η αρχιτεκτονική στον ψυχαναλυτικό λόγο.(επανάληψη)

-Δευτέρα 4/3/19, ώρα 21:00:
Το καταφύγιο των ονείρων μας

-Δευτέρα 01/4/19, ώρα 21:00:
Σπίτι και οικογένεια.

-Τρίτη 02/04/19, ώρα 19:00
Το καταφύγιο των ονείρων μας και Σπίτι και οικογένεια. (επανάληψη)

Θα προβληθούν βίντεο βασισμένα σε διηγήματα που εκφράζουν την αμφίδρομη σχέση
Από την εναρκτήρια συνάντηση της Δευτ. 4/2/19
ψυχανάλυσης και αρχιτεκτονικού χώρου.
Από την ομιλία και τα κείμενα θα αναδειχθεί η επιρροή του δομημένου περιβάλλοντος στην ψυχική κατάσταση του ανθρώπου.
Σε συνθήκες ψυχαναλυτικής συνεδρίας οι ήρωες των διηγημάτων εκφράζουν το πώς βιώνουν ψυχικά τον πραγματικό χώρο μέσα στον οποίο κινούνται και αισθάνονται.

Παρασκευή 1/3/19, ώρα 21:00: 
Η αρχιτεκτονική στον ψυχαναλυτικό λόγο.(επανάληψη)
Η κατοικία, το σπίτι, σε αναλογία με το δέρμα του σώματος, είναι η προστασία των εσωτερικών διεργασιών, το περίβλημα, που χαρακτηρίζεται από συνοχή. 
Θα ανιχνεύσουμε την σχέση που υπάρχει ανάμεσα στον χώρο και το ψυχικό τραύμα. Όπως γεγονότα που στιγμάτισαν την παιδική ιστορία, κι όπου αρχιτεκτονικά στοιχεία εμφανίζονται και περιγράφονται στο ντιβάνι, όπου φτάνει συχνά η αναφορά στον χώρο, στο σπίτι, με λεπτομέρειες που εκπλήσσουν. 
Μνημονικά απομεινάρια αρχιτεκτονικών στοιχείων μπλέκονται με τις αναμνήσεις των συναισθημάτων στις προβολές των συνεδριών.

Δευτέρα 4/3/19, στις 21:00    
Το καταφύγιο των ονείρων μας
Το όνειρο είναι δομημένο συχνά σαν τρελό οικοδόμημα, που εξαρτάται από ένα υπολανθάνον περιεχόμενο, παραβλέποντας την εξωτερική πραγματικότητα.
Αρχιτέκτονες είμαστε όλοι μας, όταν σχεδιάζουμε το παρόν και το μέλλον, ο καθένας με τα μολύβια και τους ραπιντογράφους που διαθέτει.
Ο εξωτερικός κόσμος με τους περιορισμούς του παρεμβαίνει στην σχεδίαση της οικοδομής από τον αρχιτέκτονα. Όμως σχεδίαση ανθρώπινης κατοικίας  δεν σημαίνει μόνον  απόκριση σε λειτουργικούς και τεχνικούς κανόνες. Ο αρχιτέκτονας δεν μπορεί να αδιαφορήσει για την ψυχική διάσταση και να μην λάβει υπόψη του το υποσυνείδητο και την «ψυχικοποίηση» του χώρου. 

Δευτέρα 1/4/19, στις 21:00    
Σπίτι και οικογένεια.
Ο τόπος όπου ζούμε, το σπίτι μας, είναι πολύ περισσότερο από μια στέγη σχεδιασμένη να μας προστατεύει από την βροχή ή το κρύο. Ως καταφύγιο της οικογένειας, ενσωματώνει το παρελθόν και περιέχει μνήμη, μερικές φορές σε πολλές γενιές. Μέσα στην οικογένεια, εμφανίζονται συνθήκες συνεννόησης (ή μη συνεννόησης) για την επένδυση των διαφόρων τόπων, των κοινών χώρων, των δωματίων. 
Όλα περνούν μέσα από ασυνείδητους μηχανισμούς που ενεργοποιούνται στο πλαίσιο της οικογένειας. Το βάρος της οικογενειακής ιστορίας κλείνεται στους τοίχους των σπιτιών, με συμβολισμούς στα πατάρια, στις ντουλάπες, στις αποθήκες: μυστικά, ανείπωτα, παρεξηγήσεις, που σχεδόν πάντα παραπέμπουν σε ερωτικά γεγονότα και φαντασιώσεις. Αλλά συγχρόνως παραπέμπουν σε μετέπειτα ψυχικά μπλοκαρίσματα που σχετίζονται με την λίμπιντο.

Τρίτη 02/04/19, ώρα 19:00
Το καταφύγιο των ονείρων μας 
και 
Σπίτι και οικογένεια. 
(επανάληψη)

Απαραίτητη η κράτηση θέσης με SMS ή κλήση στο τηλ. 6979354761, καθώς και με αποστολή e-mail στην διεύθυνση:  psyvaits@gmail.com
Συμμετοχή: 5 ευρώ.
Λόγω του περιορισμένου αριθμού θέσεων,  σε περίπτωση που δεν μπορέσετε να παραστείτε,  θερμή παράκληση να ενημερώσετε εγκαίρως.

Πέμπτη 13 Δεκεμβρίου 2018

Συμμετοχές στη 2η "άσκηση"

Ο κύκλος η αρχιτεκτονική στον ψυχαναλυτικό λόγο έκλεισε για την Θεσσαλονίκη. Με επιτυχία! 
ο ζωγράφος Νίκος Αγγελίδης μας συντρόφεψε και πάλι με το έργο του

Κείμενο της κυρίας Μερόπης Χ.
Το ξε-χα(σ)μένο πόμολο
Η πόρτα στάθηκε θεόρατη μπροστά μου. Ψηλή και ορφανή. Το διακριτό στολίδι στη μέση της, έλειπε. Εδώ και καιρό. Το χέρι μου κρεμάστηκε άτσαλα στο πλάι. Το πόμολο δεν αντικαταστάθηκε ποτέ. Μια πόρτα κλειστή. Ένα σύνορο ανάμεσα στο πριν και στο μετά. Πώς να παραβιάσω τη σιωπή κάτω από την χαραμάδα;

Ονειρευόμουν το καλωσόρισμα. Την υποταγή της μικρής κίνησης του πόμολου καθώς ανοίγει, στον χρόνο. Μάταια. Ο μοναδικός μάρτυρας εγκατέλειψε την κατάθεσή του στο έλεος της αδίστακτης απώλειας και φθοράς του χρόνου.
Το ελάχιστο πόμολο, δραπέτης στον άπειρο χρόνο. Βγάζει τη γλώσσα κοροϊδευτικά στο πριν, ρίχνει κλεφτές ματιές στο μετά. Το ελάχιστο πόμολο, διαμεσολαβητής ανάμεσα στην ύπαρξή μου και στη μη ύπαρξή μου. Κι η έσχατη πόρτα να στέκεται καταδικασμένη, στο ανάμεσα.
Δάγκωσα τα χείλη  μου. Ξεστράτισαν τα χνώτα πάνω στο σκληρό δέρμα της πόρτας. Σχεδόν άκουσα τους ψίθυρους από πίσω να μεγαλώνουν. Σειρήνες μιας αβίωτης ζωής.
Πιέζω τρυφερά το σημάδι·εκεί που κάποτε το πόμολο άλλαζε μαλακά πλευρά στην σκληρή όψη της αλήθειας. Συλλογιέμαι την διάρρηξη. Ένα δάγκωμα πόνου ψηλά στο στήθος·ολόκληρη η ιστορία μου, μυστικά κεντημένα πάνω στους πέτρινους τοίχους, πίσω από την ερμητικά κλεισμένη πόρτα.
Οι φωνές από πίσω δυναμώνουν ολοένα και περισσότερο. Περιμένω. Αφουγκράζομαι προσεκτικά το παραλήρημα του χαμένου πόμολου στο χέρι μου.
                                                                                                             Μερόπη Χ.

Κείμενο του κυρίου Βασίλη Παπαδόπουλου:
Σήμερα θα σας μιλήσω για την πόρτα.. ακορντεόν. Δεν ξέρω πως ακριβώς
να την πω. Είναι από αυτές τις πλαστικές που ανοιγμένες είναι μαζεμένες στην μια πλευρά και κλείνουν συρταρωτά (υποτίθεται ότι κλείνουν..).
Ήμουνα παιδί και με είχανε σε μια γωνία, κάπου στο σαλόνι. Το κρεβάτι μου ήτανε εκεί. Άλλο υπνοδωμάτιο δεν υπήρχε. Πίσω από το κεφάλι μου αυτή η μικρή πόρτα, έπειτα τοίχος που ξανασχημάτιζε γωνία διαχωρίζοντας από το σαλονάκι μου ένα χωλ. 
Μμμ, θυμάμαι.. κάποια βράδια σαν να ξύπναγα, όχι από κάποιο όνειρο, αλλά από την πραγματικότητα. Κάτι σαν φωνούλες ηδονής, μαζί με τρίξιμο κρεβατιού, από την άλλη άκρη, εκεί που τελείωνε το μεγάλο χωλ, από το δωμάτιο των γωνιών. Μετά, η μητέρα διέσχιζε το χωλ πίσω από την πόρτα μου, κάτι έκανε στην τουαλέτα, επιστροφή, ηρεμία, συνέχεια ύπνου. 
Πλέον το παιδί μεγάλωσε, ο τοίχος γκρεμίστηκε ως αποτέλεσμα ανακαίνισης, το σαλονάκι με το σκοτεινό, δαιδαλώδες χωλ ενοποιήθηκαν και το σπίτι απέκτησε ξεκάθαρους χώρους. Από το σπίτι οι γονείς έφυγαν και ο ένοικος έχει μια πλούσια ζωή στο δωμάτιό του. 
Ο Αρχιτέκτονας τι στο καλό την ήθελε αυτή την πόρτα με τους τοίχους που την πλαισίωναν; Όπως και να έχουν τα σχέδια του Αρχιτέκτονα, ευτυχώς, ζώντας μπορούν να τροποποιηθούν, να καταργηθούν και να επανασχεδιαστούν. 

Τετάρτη 28 Νοεμβρίου 2018

Σπίτι και Οικογένεια

Τρίτη συνάντηση καφέ ψ
στο ΕΝΕΚΕΝ Θεσσαλονίκης,
που θα είναι και η τελευταία της ενότητας
«Η Αρχιτεκτονική στον Ψυχαναλυτικό λόγο».
Θέμα: Σπίτι και Οικογένεια.
Θα προβληθεί ταινία μικρού μήκους
που ετοιμάσαμε ειδικά για το θέμα αυτό.
Σάββατο 8 Δεκεμβρίου 2018
Ώρα 20:00


Σας υπενθυμίζουμε την άσκηση νούμερο δύο:
 Σε ένα μικρό κείμενο 200 λέξεων, περιγράψτε κάποιο αρχιτεκτονικό στοιχείο τής κατοικίας σας που θεωρείτε πως ο αρχιτέκτονας-κατασκευαστής έλαβε ή δεν έλαβε υπ’ όψη του τις ψυχικές σας ανάγκες.
Το κειμενάκι αυτό θα μπορούσατε να το στείλετε σε ηλεκτρονική μορφή word ή να μας το διαβάσετε ζωντανά στην τρίτη συνάντηση στο ΕΝΕΚΕΝ.





Κυριακή 25 Νοεμβρίου 2018

Συμμετοχές στην πρώτη άσκηση

Εκφώνηση της άσκησης:


Σας προσκαλώ να γράψετε ένα κείμενο που θα συνοδεύσει το βίντεο των τριών λεπτών με το έργο του Νίκου Αγγελίδη, «Το πατρικό σπίτι». Το κείμενο, πεζό ή ποίημα, μυθοπλασία ή δοκίμιο, θα πρέπει να είναι το πολύ 350 λέξεων, η ανάγνωσή του να μην ξεπερνάει τα 3 λεπτά. 
Επίσης είναι υποχρεωτική η χρησιμοποίηση των λέξεων:
Χώρος και ψυχή.

Απαντήσεις-συμμετοχές θαμώνων του καφέ ψ:

1. Κείμενο κυρίας Τίνας Μπερτζελέτου
2. Κείμενο κυρίας Μερόπης Χ. 
3. Συμμετοχή κυρίου Δημήτρη Γιαννουλή (βίντεο)
4. Κείμενο κυρίας Ζωής Χατζηδήμου
5. Συμμετοχή Γ. Β. (βίντεο)

1. Κείμενο κυρίας Τίνας Μπερτζελέτου


Μ. Σαν Μνήμη

Τα σπίτια με κοιτάζουν 
με τα μεγάλα τους μάτια, 
αναπνέουν σιγά 
και το δέρμα τους τεντώνεται, από κάτω περνούν φλέβες χονδρές
που κυοφορούν 
τις αναμνήσεις.
Στην αποθήκη σιγουρεύονται οι εφιάλτες 
που και το τρισάγιο δεν πιάνει, 
όλο κάτι μένει 
να παίζει 
και το σαμιαμίδι 
στο χρώμα της σάρκας.

Τα παράθυρα, δική τους πάλι περιπέτεια, 
δεν ξέρεις τι θα βγει -σαν ανοίξουν-, 
πουλί, 
τέρας με δόντια λύκου, 
ένα παιδί, 
μια γυναίκα νέα, 
που όλο ελπίζει,
και απλώνει όνειρα, 
ασπρόρουχα 
ή το κενό, 
που μυρίζει παρελθόν.
Θεμέλια… οι ευχές γονέων… οίκων;

                                                                       Τίνα Μπερτζελέτου
                                                   Από τη συλλογή    Κρυπτόν-Νέον-Ξένον
                                                                         Εκδ. Διάττων, 1993.


2. Κείμενο κυρίας Μερόπης Χ.


Το πάτωμα
Τραβάω μηχανικά τις βαριές κουρτίνες στην άκρη. Τα χέρια μου, αντιστέκονται κουρασμένα στο ζεστό φως που εισβάλλει από το παράθυρο. Ρίχνω μία βιαστική ματιά έξω. Ένας καμβάς ζωγραφισμένος, απλώνεται. Γλιστράει το βλέμμα μου μακριά·ψάχνει να συναντηθεί με το σύνορο. Κάποιες φορές με δυσκολεύει. Οι χοντροί τοίχοι του φροντισμένου σπιτιού μοιάζουν σαν δεσμοφύλακες. Το βλέμμα μου πεινάει. Ψάχνει λαίμαργα να ξεψαχνίσει όλες τις λεπτομέρειες που κρέμονται από τις κρεμάστρες της ηλιόλουστης μέρας. Το τοπίο, κυνηγημένο σαν τον κλέφτη, τρυπώνει στο μυαλό μου. Εξακολουθώ να βυθίζω τ’ αχόρταγα μάτια μου στο άδολο φως της μέρας.
Αισθάνομαι τα χέρια μου να κυλούν διστακτικά πάνω στο βελούδινο κάλυμμα του παράθυρου. Στρέφω το κεφάλι προς τα κάτω. Γέρνω στα πόδια της κουρτίνας. Το πάτωμα φιλοξενεί έναν λεκέ. Απρόσκλητος επισκέπτης, πιθανόν. Απόληξη μιας ανάμνησης. Ο χώρος κρατάει σαν όμηρο αυτό το σημάδι. Μία ανεπαίσθητη βρωμιά. Τα δάχτυλά μου σέρνονται απαλά πάνω στο ξεθωριασμένο ίχνος. Μια γενναία δόση φωτός συναντάει στο πάτωμα την καφετιά κηλίδα. Ξανά και ξανά. Συναντιόμαστε. Ακουμπώ το αγαπημένο μου μάγουλο πάνω της. Ηδονοβλεψίας μιας περασμένης ζωής. Το πάτωμα καταπίνει το σημάδι του χρόνου. Ένα πένθιμο σκοτάδι διασχίζει τον χώρο.
Ο σκοτεινός λεκές γυαλίζει κάτω από το βελούδινο σκοτάδι της ψυχής μου. Φέρνω τα χέρια μου στο πρόσωπο. Τα δάχτυλά μου στριμώχνονται ανάμεσα στις ρυτίδες και τους χοντρούς τοίχους του πατρικού μου σπιτιού. Περιμένω. Έχει, ήδη, νυχτώσει. Το βρώμικο πάτωμα εξαφανίζεται κάτω από τα πόδια μου.
Αγγίζω τον διακόπτη. Ένα γλυκό φως πλημμυρίζει το δωμάτιο. Το ασπρόμαυρο μοτίβο στο πάτωμα μοιάζει σαν μια τεράστια σκακιέρα .Χτυπάω με τα πέλματα το πρώην ξύλινο φθαρμένο πάτωμα .Ο Βασιλιάς είναι απών. Η Βασίλισσα παραμένει αιχμάλωτη. Το λευκό λεκιασμένο πλακάκι περιμένει να λυτρωθεί. 
Σκουπίζω ευλαβικά τη μικρή γωνία της ψυχής μου. Κάνω χώρο για να υποδεχτώ.
Μερόπη Χ.

3. Συμμετοχή κυρίου Δημήτρη Γιαννουλή




4. Κείμενο κυρίας Ζωής Χατζηδήμου
          ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΜΕ ΤΗ ΡΟΔΙΑ 

          Από το στενόχωρο παράθυρο του αεροπλάνου πρόλαβε να δει κάτω τα σπίτια να φεύγουν με ταχύτητα πίσω της, όταν αισθάνθηκε τις ρόδες να ακουμπούν στη γη. «Επιτέλους!» σκέφτηκε και ετοιμάστηκε για την αποβίβαση. Βρήκε γρήγορα ένα ταξί, πέταξε το βαλιτσάκι της όπως-όπως στο πορτ-μπαγκάζ και με κοφτή φωνή καθόρισε τη διαδρομή στον οδηγό. Δεν ήταν μακριά το χωριό της. Βιαζόταν. Βιαζόταν και είχε και κείνο το σφίξιμο…. Βιαζόταν τώρα, αφού δεν είχε προλάβει τις τελευταίες ώρες της μάνας της. Ναι, το επείγον τηλεφώνημα τη βρήκε στη μέση μιας πολύωρης εγχείρησης στο νοσοκομείο του Μονάχου, όπου χρόνια τώρα εργαζόταν. Είχε διακριθεί, μάλιστα, για τις «δαντελένιες βελονιές της», όπως της έλεγαν, εννοώντας προφανώς τις επιτυχημένες επεμβάσεις της. Είχε φύγει για την ειδικότητα της χειρουργικής στη Γερμανία και μετά την ολοκλήρωση των σπουδών της, την κράτησε εκεί η προοπτική της άμεσης πρόσληψης. Η οικονομική κρίση στην Ελλάδα δεν της είχε αφήσει και πολλά περιθώρια…. Κι ύστερα ήρθε η αναγνώριση της δουλειάς της, ο έρωτας με τον Καρλ (ήταν στ’ αλήθεια έρωτας με τόσο τάξη;), το παιδί τους και οι καθημερινές υποχρεώσεις που δεν τέλειωναν ποτέ. Το ταξί την πήγε κατ’ ευθείαν στον τάφο της μάνας της. Της ψιθύρισε όσα δεν της είχε πει ποτέ, χάιδεψε τη γεμάτη καρτέρεμα εικόνα της και τη φίλησε με όλη την τρυφεράδα που είχε μαζέψει γι’ αυτή - μάνα τώρα κι’ η ίδια- αλλά δεν πρόλαβε να της τη δείξει. Βγαίνοντας στο δρόμο, σήκωσε το τηλέφωνό της και σχημάτισε τον αριθμό της κυρά-Θάλειας. Της καλής τους της κυρά-Θάλειας, που στα τόσα χρόνια της απουσίας της φρόντιζε τους γονείς της και το σπίτι. Πόσο νοστάλγησε το σπίτι αυτό…. Διώροφο, με τους χοντρούς πέτρινους τοίχους του, τους άνετους ψηλοτάβανους χώρους του, τα μεγάλα καφασωτά παράθυρα και τα ξύλινα παντζούρια που όταν τα έκλεινες δεν άφηναν να μπει ούτε μια στάλα ήλιος. Με τον κήπο του ολόγυρα, γεμάτο με μυγδαλιές, ροδιές, μηλιές και λογής λογής γιασεμιά και πασχαλιές, που μοσχοβολούσαν στον αέρα. Η κυρά-Θάλεια της είπε (ανακατεμένα με λυγμούς), πως μετά την κηδεία της μάνας της είχε συμμαζέψει και κλείσει το σπίτι και να περνούσε να της δώσει τα κλειδιά. Βλέπεις, ο πατέρας της είχε πεθάνει πριν από πέντε χρόνια, Δεκέμβρη μήνα, όταν ήταν κι η τελευταία φορά που είχε έρθει να τους δει. Και τώρα, με τα κλειδιά στο χέρι, στάθηκε και κοίταξε το αγέρωχο κτίριο μπροστά της με τα κλειστά παντζούρια. «Μάτια ερμητικά κλειστά», σκέφτηκε. «Και στόμα σφραγισμένο», συμπλήρωσε. Κανείς πια δεν θα έβλεπε το μικρό κοριτσάκι μέσα της ούτε θα μάλωνε τις σκανταλιές της. Ένας κόμπος την έπνιξε. Κι’ αν της φαινόταν όλα ξένα εκεί μέσα, τώρα που εκείνοι δεν υπήρχαν; Ξεκλείδωσε την πόρτα της αυλής. Προσπάθησε να βρει το παλιό πέτρινο μονοπάτι μέχρι την είσοδο, αλλά το είχαν σκεπάσει τα χόρτα. Ψηλά, ξερά χόρτα που της τσιμπούσαν τα πόδια καθώς προχωρούσε. Εδώ και καιρό, της είχε πει η μάνα της, δεν υπήρχε κάποιος να φροντίσει τον κήπο, αφού κι ο κηπουρός τους ο κυρ-Τάσος, όπως και τόσοι άλλοι απ’ το χωριό, είχε πάρει την οικογένειά του και είχε φύγει για καλύτερο μεροκάματο. Έφτασε στη μεγάλη πόρτα και γύρισε το κλειδί. Στην αρχή την έπνιξε το σκοτάδι. Ύστερα, άρχισε να ξεχωρίζει τα σεντόνια που σκέπαζαν τα έπιπλα. Ψηλαφώντας έφτασε στο πρώτο παράθυρο της σάλας, το άνοιξε κι έσπρωξε τα παντζούρια. Κοίταξε αργά-αργά γύρω της, άνοιξε και τα υπόλοιπα παντζούρια και στάθηκε για λίγο να ρουφήξει τον αέρα που όρμησε στο σπίτι. Αφουγκράστηκε τους ήχους του σπιτιού και πίστεψε για μια στιγμή πως ήταν πάντα εκεί. Κατευθύνθηκε στη μεγάλη ξύλινη σκάλα, το καμάρι του πατέρα της. Ευρύχωρη, με τα σκαλισμένα ξύλινα κάγκελα και τη φαρδιά κουπαστή της, ήταν η γέφυρά του. Η γέφυρα, έλεγε, που ένωνε «τα πάνω με τα κάτω», τη ζωή τους στο κάτω σπίτι τη μέρα, με τη ζωή τους στο πάνω σπίτι, τη νύχτα. Πολλές φορές μάλιστα καθόταν στα σκαλιά της σκεπτικός, σα να μην ήξερε αν ήτανε ν’ ανέβει ή να κατέβει, σα να ΄θελε να φέρει τα πάνω κάτω… Ανέβηκε ένα-ένα τα σκαλιά, θέλοντας τώρα ν’ απολαύσει το τρίξιμο που αναδυόταν στο κάθε της βήμα, ενώ θυμήθηκε πόσο νευρίαζε μ’ αυτό, όταν ήθελε να το σκάσει απ’ το σπίτι.  Άνοιξε την πόρτα του δωματίου της. Ο χώρος αγκάλιασε τη ψυχή της, έτσι τον ένιωσε στο μισοσκόταδο, μ’ ανοιγμένα τα χέρια, κι ας μην ξεχώριζε καθαρά. Ξύπνησε και κείνο τον ξεχασμένο εαυτό της, τις αναμνήσεις της. Εκείνες που αναδύονται από τα βάθη μιας συγκεκριμένης μυρωδιάς, από το ξεχασμένο ρούχο στη ντουλάπα, απ’ το βελούδινο αρκουδάκι σου, που το ΄χες βαφτίσει κιόλας… Τα νεανικά της όνειρα, οι ελπίδες, τα συναισθήματα κι οι πόθοι της, βρίσκονταν εκεί, απλωμένα φαρδιά-πλατιά πάνω στις αφίσες που στόλιζαν τους τοίχους. Άνοιξε το παράθυρο που έβλεπε στην πίσω πλευρά του κήπου. Τι περίεργο, σκέφτηκε στο μεταξύ, γιατί να λέμε ότι το παράθυρο «βλέπει»; «Πα-ρά-θυ-ρο», συλλάβισε. Αυτό που είναι δίπλα στην πόρτα. Ίσως θα ΄πρεπε να το λέμε μάτι ή φωτιστή ή και δίοδο ακόμα, αφού σ’ αφήνει να πηγαινοέρχεσαι ανενόχλητα από τα έξω προς τα μέσα κι από τα μέσα προς τα έξω. Χμμμ… τα έξω. Τα δικά της τα έξω ήταν ο Καρλ, αλλά τα έσω, τα έσω-έσω-έσωθέν της, τα σωθικά της δηλαδή, ήταν ο Ανέστης, ο συμμαθητής της. Ο πρώτος της έρωτας, που, μετά απ’ την ίδια, έφυγε κι’ αυτός απ’ το χωριό και ταξίδευε (ποιος ξέρει τώρα πού;), γυρεύοντας με το φακό της μηχανής του, του κόσμου τα κάλλη και τα πάθη... Αϊ στο καλό, τι ήθελε και τα θυμήθηκε τώρα; Αναστέναξε βαριά και έσπρωξε με δύναμη τα βαριά παντζούρια. Κοίταξε κάτω στον κήπο. Και ω, του θαύματος! Ανάμεσα στους ξεραμένους θάμνους και τα σκελετωμένα γκρίζα δέντρα, είδε τη ροδιά της, τη ροδιά που φύτεψε ο πατέρας της κάτω απ’ το παράθυρό της τη μέρα που γεννήθηκε, να στέκεται καταπράσινη, με τα κόκκινα χυμώδη ρόδια της να γέρνουν τα κλαδιά. Ήταν κάτω απ’ τη ροδιά αυτή που είχε δώσει το πρώτο της φιλί με τον Ανέστη. Και κάτω από την ίδια ροδιά είχαν αποχωριστεί με δάκρυα και υποσχέσεις, όταν έφυγε στη Γερμανία. Κι ύστερα όρμησε η ζωή κι αυτοί χαθήκαν… Κατέβηκε τρέχοντας τις σκάλες για να λύσει το μυστήριο της απρόσμενης αυτής ζωντάνιας στο ρημαγμένο κήπο. Όταν πλησίασε, είδε την πολυκαιρισμένη βρύση, πίσω ακριβώς απ’ τη ροδιά, να στάζει από μια τόση δα τρυπούλα, αργά-αργά μα σταθερά, τα δάκρυά της… Χαμογέλασε θλιμμένη και τότε της φάνηκε πως άκουσε πίσω της, ναι, άκουσε πίσω της μια γνώριμη αντρική φωνή: «Ήρθα και γω Λουίζα μου, ήρθα!. Μοσχοβολιστή μου Λουίζα, επιτέλους ήρθα!». Άνοιξε αλαφιασμένη τα μάτια της και έπιασε το μαξιλάρι μουσκεμένο….

5. Συμμετοχή Γ. Β.
(στην συνάντηση το κείμενο διάβασε ο ηθοποιός Αρσένιος Γαβρηιλίδης)



Τετάρτη 21 Νοεμβρίου 2018

Προετοιμάζοντας την τρίτη συνάντηση...

Άσκηση 2.
Σε ένα μικρό κείμενο 200 λέξεων, περιγράψτε κάποιο αρχιτεκτονικό στοιχείο τής κατοικίας σας που θεωρείτε πως ο αρχιτέκτονας-κατασκευαστής έλαβε ή δεν έλαβε υπ’ όψη του τις ψυχικές σας ανάγκες.
Το κειμενάκι αυτό θα μπορούσατε να το στείλετε σε ηλεκτρονική μορφή word ή να μας το διαβάσετε ζωντανά στην τρίτη συνάντηση στο ΕΝΕΚΕΝ.
Προσεχώς θα βρείτε εδώ τις απαντήσεις στην άσκηση νούμερο ένα.

Επόμενο καφέ Ψ: Σπίτι και οικογένεια.
8 Δεκεμβρίου 2018

Τετάρτη 7 Νοεμβρίου 2018

Το καφέ Ψ ταξιδεύει...


Παρασκευή στις Σέρρες με κατάθλιψη, Σάββατο στη Θεσσαλονίκη με όνειρα...

Σας προσκαλώ στο δεύτερο καφέ ψ στο  PUBLIC Σερρών, 
με θέμα "Κατάθλιψη, μύθοι και αλήθειες".
Θα χαρώ να σας δω πάλι εκεί και να μιλήσουμε για το δύσκολο αυτό θέμα.
Παρασκευή 9/11 στις 19:00
Σας περιμένω,
Γιάννης Βαϊτσαράς.




Η δεύτερη από τις τρεις συναντήσεις "καφέ ψ" 
της ενότητας
Η ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ ΣΤΟΝ ΨΥΧΑΝΑΛΥΤΙΚΟ ΛΟΓΟ
θα έχει σαν θέμα
"Το καταφύγιο των ονείρων"
Σάββατο 10/11 στις 20:00
Σας περιμένουμε.