Τρίτη 8 Δεκεμβρίου 2015

Δεύτερη συνάντηση Θάνατος-Έρως


Θέλω να ευχαριστήσω θερμά τους "θαμώνες" του δεύτερου καφέ-ψ στο Γαλλικό Ινστιτούτο. Διότι, μπορεί η βραδιά να μην εξελίχθηκε όπως την σχεδίαζα, (καθώς λίγοι ήταν εκείνοι που είχαν συμμετάσχει και στην πρώτη συνάντηση), όμως η "συγκομιδή" γραπτών κειμένων και σκέψεων υπήρξε εκπληκτικά πλούσια. Πολύ σύντομα θα αναρτηθούν σ' αυτή την σελίδα όλα τα γραπτά (σε πλάγια γραμματοσειρά). Στην επόμενη συνάντησή μας (22/2/16) θα γίνει, ελπίζω, καλή αξιοποίησή τους με συζήτηση που θα προχωρήσει και θα φρεσκάρει την σκέψη μας περί του διπόλου "Ερως-Θάνατος". 
Γ. Β.






Ακορντεόν: Ιώ le Moller



…έρωτας είναι η ίδια η μουσική, το ρίγος που νιώθεις να διαπερνά όλο σου το κορμί υπό τον ήχο μας μελωδίας που προσεγγίζει το ανάλογο θέμα ή ακόμη και το ίδιο το πάθοςγια τη μουσική… ποιος καλλιτέχνης άραγε δεν κατακλύζεται από πάθος και απωθημένα;...


Διήγημα του Γιάννη Βαϊτσαρά
Oι προτάσεις σε πλάγια γραφή που εμπεριέχονται στο διήγημα γράφτηκαν από τους θαμώνες της πρώτης συνάντησης καφέ ψ (βλ. προηγούμενη ανάρτηση).

Στο τρένο

Ανακοίνωση: Αγαπητοί επιβάτες, Ο οργανισμός σιδηροδρόμων σας ενημερώνει πως...
Ξαφνικά, ένα σύριγμα και τα μεγάφωνα νεκρώνουν, η ανακοίνωση μένει στη μέση. Στη στιγμή ο συρμός ακινητοποιείται οι πόρτες μπλοκάρουν. Οι θαμώνες του βαγονιού καθισμένοι αραιά κοιτάζονται μεταξύ τους. Με απορία, αμίλητοι. Άλλωστε είναι η πρώτη φορά που ανταλλάσσουν βλέμματα, ως τότε ο καθένας είχε την αίσθηση πως ήταν μόνος σ’ αυτό το ταξίδι.
Βρισκόμαστε λοιπόν μέσα σε ένα ακινητοποιημένο τρένο στο βαγόνι-καφέ του συρμού απομονωμένο στη μέση ενός ερημικού τοπίου. Από τα αχνισμένα τζάμια του δεν βλέπεις παρά την εγκατάλειψη, την θανατίλα, την απόγνωση. Ξερά απομεινάρια δένδρων, χαλάσματα ερειπωμένων κτιρίων, απειλητικά μαύρα σύννεφα με ήχους κεραυνών που πλησιάζουν.
Οι λιγοστοί θαμώνες του σιδηροδρομικού καφέ είναι καθηλωμένοι, σαν σε εφιάλτη.
Δεν μιλά κανείς. Τα μάτια όλων είναι στραμμένα στα παράθυρα καθένας εστιάζει αλλού, ψάχνοντας την όποια λεπτομέρεια του τοπίου θα καταλάγιαζε τον τρόμο ή την παγωνιά.

Κάποιος ανάβει ένα κερί.
Καρφώνοντας το βλέμμα του στη φλόγα μονολογεί:
-Σήμερα στις 7μμ που αποφάσισα να έρθω στο καφέ ψ βίωσα τον θάνατο και τον έρωτα μαζί.
Η πρόταση αντήχησε στο βαγόνι σαν έκρηξη.
Μια κοπέλα απέναντι, ξαφνιασμένη, στρέφει το κεφάλι απ’ τα συντρίμια του τοπίου και λέει με σιγανή φωνή:
-Μπορούν άραγε να διαχωριστούν έρωτας και θάνατος; Κάθε φορά που ονειρεύομαι ξύπνια είναι νομίζω καθαρός έρωτας.
Αυτό ήταν! Το καφέ-βαγόνι, σαν να βγαίνει από κώμα, τα μέλη αρχίζουν να κινούνται κάτω απ’ τα τραπέζια, μερικοί ανάβουν τσιγάρο.
Το γκαρσόνι, πίσω από τον πάγκο του λέει στην κοπέλα δίχως να την κοιτάζει:
-Μόνο που τώρα πράγματι είσαι ξύπνια κι ονειρεύεσαι, κι ας είναι εφιάλτης.
Μετά πιάνει τα μπρίκια του με όρεξη, ανοιγοκλείνει βαζάκια με μέλια και βότανα, ανοίγει το λάπτοπ με τις συνταγές μαζεύοντας τα μανίκια, θαρρείς κι ο φόβος γέννησε μέσα του την όρεξη για ζωή και δημιουργία.
Λέει στην ομήγυρη:
-Όταν γύρω μου γίνεται χαμός (όταν συμβαίνει κάτι κακό σε αγαπημένα πρόσωπα) με πιάνει υπερένταση μαγειρικής δημιουργίας, και άλλοτε απόσυρση σε παιχνίδια στον υπολογιστή.
Κάποιος τον ρωτάει:
-Γιατι; ποιος θα απαντήσει σ’αυτό; ποιος θα πει τι μας σπρώχνει στο φως όταν όλα γύρω είναι σκοτάδι;
Το αγόρι ρίχνει λίγη ζάχαρη στο κατσαρόλι, προσθέτει κανέλα και μια ιδέα πορτοκαλιού κι απαντάει με σοφία:
-Υποθέτω ότι οι περισσότεροι θα απαντήσουν για τον έρωτα, ως αποτέλεσμα της ενόρμησης ζωής και προσπάθεια άρνησης της ενόρμησης θανάτου… ναι, είναι ένα παράδειγμα έρωτα: Η καθημερινή ετοιμασία φαγητού και το μαγείρεμα ως καθημερινή δραστηριότητα.
Η κοπέλα που τώρα κοιτάζει με νοσταλγία το πρόσωπό της στο θολό παράθυρο μονολογεί:
-Έρωτας στα δεκάξι… με ανάσα ζωής ή μια ανάσα ζωής;
Τότε, σαν μαγικό, ακούστηκε απ’ το βάθος του βαγονιού ένα μοιρολόι. Πονεμένο, αργό μακρόσυρτο, τόσο ταιριαστό στην αντάρα του τοπίου:
Ποντιακό μοιρολόι, Μικρασία 1922, Να σηκωθούν οι νεκροί, οι ζωντανοί να μπούνε… Θάνατος κάθε χωρισμός…  
Εξω λυσσομανάει τωρα η καταιγίδα. Μόλις που φαίνεται ο ρημαγμένος τόπος και τα γυμνά κλαδιά που ταρακουνιούνται λυσσασμένα.
Κάτω απ’ το πρώτο τραπέζι δυο γόνατα συναντιούνται, κι απάνω τους δυο χέρια μιμούνται κινήσεις χορευτών που εκστασιάζονται.
Ακούγονται λόγια ψιθυριστά, σαν προσευχή, απάντηση στο μοιρολόι.
-Ψάχνει κανείς σ'ολη του τη ζωή μια φωλιά ή αγκαλιά, ερωτική ή οικεία αγαπητική, ένα λόγο επιστροφής. Αλλιώς μια ζωή θα εκλιπαρείς για λίγη ζεστασιά σε κάποια ξένη, αφιλόξενη μεριά…
Η φωνή είναι βαθιά, αντρική, πονεμένη. Η κοπέλα δακρύζει.
-Περπάτησα μαζί του μέχρι τα τείχη της πόλης. Ξαφνικά σκόνταψε και σωριάστηκε, όχι αυτός, το σώμα του μόνο. Εκείνος πέρασε τα τείχη κι εγώ έμεινα πίσω ψάχνοντας να βρω πέρασμα. Ακόμα ψάχνω. Τρέχω-ψάχνω-τρέχω-ψάχνω…
Κοιτάζει έξω, θαρείς και τον γυρεύει στην κοσμοχαλασιά.
Μια κυρία δίπλα που παρατήρησε την αγωνία της θέλησε να την γαληνέψει. Έτσι είναι οι άνθρωποι που ξέρουν να ζουν τους πόνους και τις χαρές. Τολμούν να μιλήσουν για τα όνειρα και τους πόνους των άλλων σαν να ’ταν δικά τους. Της μιλάει ήρεμα σαν να αναπολεί:
-Έφτασα… Στα χρώματα του σούρουπου, ακούμπησα το σάκο πάνω τους και πλησίασα προς τη μαγική γραμμή… τη γραμμή που ενώνει τη γη με τη θάλασσα. Και όταν άφηνα το βλέμμα μου να πλανηθεί… τον είδα… τον ένιωσα… ήταν τα πάντα… αδελφός, φίλος, σύντροφος, εραστής, αγαπημένος… Αυτά ήταν τότε, παλιά… Τώρα; πού είναι αυτή η αγάπη, ο έρωτας; Έγινε σκόνη που πότισε την αύρα μου. Αγαπημένη αληθινά μια φορά, αγαπημένη για πάντα!
-Ναι, αγαπημένη, αγαπημένη για πάντα, προσθέτει η κοπέλα.
-Να σας πω, λέει η κυρία. Θάνατος δεν είναι να κόβονται οι δεσμοί των ανθρώπων, να ξεχνούμε το χτες, λες κι ήταν ψέμα, λες κι ήταν απάτη; εμένα που με βλέπετε ρωτήστε. Σταμάτησα να μιλάω με κάποια φίλη μου γιατί έκανε κάτι που με πείραξε.
Τώρα βρίσκω αλλού τη ζωή, τον Έρωτα: σε ένα Διάλογο με ανθρώπους, ζώα και φυτά της βεράντας μας κάθε μέρα. Διάλογο με τους μαθητές, συνεργάτες,σχέδια έμπνευση…
-Καλή ώρα όπως τώρα, πετάγεται στη γωνία ένας μαθητής που παίζει αμέριμνος με το κινητό του.
-Ξέρετε κάτι; μπαίνει στην κουβέντα μια όμορφη κυρία που ως τώρα κάπνιζε ανήσυχη:
-Ο θάνατος μπορεί να είναι διπλός: Διπλός ή παράλληλος θάνατος, ο σύντροφος αποχωρεί από την κοινή ζωή, δεν αντέχει την δέσμευση, την αλλαγή της εργένικης ζωής.
Κι όμως, ξέρω πως δεν διαγράφει ότι έζησε. Το έγραψε άλλωστε κάπου, πως είναι ζωοφόρα, δημιουργική, η ώρα, λέει, που ξεφυλλίζω τα άλμπουμ με τις φωτογραφίες τής οικογένειάς μου ενώ έχω ενσωματώσει στο μέλλον μου την μη επιστροφή σ'αυτήν.
Το αγόρι φέρνει τους αρωματικούς καφέδες. Οι αστραπές φωτίζουν τα πρόσωπα και τα χέρια που αγγίζουν την υλική παρηγοριά. Τα δε γόνατα κάτω απ’ το πρώτο τραπέζι ζουν τη δική τους ευτυχία.
Ποίημα…
-Ήρθε η ώρα να σας πω κι εγώ τον πόνο μου, λέει ο κύριος με το καπέλο που δεν είχε μιλήσει καθόλου:
Μνήμα σημαίνει σημείον, μιμνήσκω ίσον θυμούμαι, κηδεία-κήδομαι-φροντίζω. Ο θάνατος οδηγεί στη ζωή. Ποιά; Την φυσική ή την μεταφυσική; Μακάριοι οι πιστεύοντες. Η μητέρα μου έφυγε στα 80, ουσιαστικά 81, αφού δεν καταλάβαινε πια. Γυναίκα της εκκλησίας, με την καλή έννοια. Παρ'όλα αυτά φοβόταν τον θάνατο. Επειδή, όπως έλεγε, "τι τον θέλω τον παράδεισο και την αιώνια ζωή, αν δεν μπορώ να σας βλέπω, να σας νιώθω;" 
Πίσω του ακριβώς ακούγεται μια θλιμμένη γυναικεία φωνή:
-Αχ, ναι! Κι εγώ την έχασα πρόσφατα! Η απώλειά της τρομερή για μένα. Κόπηκε ο ομφάλιος λώρος. Δεν ήμουν πια το παιδί κανενός. Ξεκίνησε ένας καινούργιος κύκλος με εγγόνια. Κι εγώ στη θέση της μάνας.
Ο μαθητής με το κινητό αναφωνεί:
-Νεα απ’ το ίντερνετ, ακούστε:
Αυτή την ώρα αποκαθίσται σταδιακά η κυκλοφορία στο σιδηροδρομικό δίκτυο…
Πριν ολοκληρώσει την φράση του το βαγόνι άρχισε να κινείται μουγκρίζοντας, τα φώτα άναψαν, ακούγεται βραχνιασμένη η φωνή του υπεύθυνου του συρμού:
-Ανακοίνωση: αγαπητοί επιβάτες, ο οργανισμός σιδηροδρόμων σας ενημερώνει: επόμενος σταθμός Έρως. Αποβίβαση από τις δεξιές ή αριστερές πόρτες κατά την φορά της αμαξοστοιχίας.
Το βαγόνι του καφέ χαμογέλασε σύσσωμο με ανακούφιση, μερικοί χειροκρότησαν.

Τα γόνατα δεν κρατιούνται πια, σηκώθηκαν με βιάση απ’ το πρώτο τραπέζι, τα χέρια είχαν μουδιάσει από τα χάδια, λίγο έλειψε να ξεχάσουν τις αποσκευές στο καφέ του τρένου.



Απόσπασμα από το μυθιστόρημα η Μία και η Άλλη, (σελ. 259-260) όπου ο υπέργηρος ψυχαναλυτής εκφράζει την εμπειρία του με την ψυχική σύγκρουση ενορμήσεων θανάτου και έρωτα.





…Θάνατος είναι κι όταν κάποιος ή κάτι που αγάπησες που σήμαινε πολλά στη ζωή σου, παύει να σημαίνει πια, είναι ένα τίποτα για σένα. κι όσο τα χρόνια περνούν τόσο πληθαίνουν τέτοιοι θάνατοι: σαν τα σβηστά κεριά που πίσω μας πληθαίνουν...





 Η νεκρολογία

-Καλησπέρα σας. Λέγομαι Ιάκωβος!

Το όνομα δεν του λέει απολύτως τίποτα, όμως ο ψυχαναλυτής είναι βέβαιος πως τον νεαρό που μόλις συστήθηκε και κάθισε απέναντί του, κάπου τον έχει ξαναδεί. Και μάλιστα πρόσφατα!


-Ήρθα να σας μιλήσω διότι αρχίζω να έχω σοβαρό πρόβλημα. Η ζωή μου εξελίσσεται σε κόλαση, πολύ φοβάμαι πως σύντομα θα αναγκαστώ να σταματήσω τη δουλειά, ίσως χρειαστεί και να νοσηλευτώ. Υποφέρω από έντονες σκέψεις και εμμονές που έχουν όλες ανατριχιαστικό περιεχόμενο θανάτου με μακάβριες λεπτομέρειες. Βλέπω συνέχεια τρομακτικά όνειρα με νεκρούς που με απειλούν, σκελετούς και κρανία, κάτι παλαβά πράματα. Ξυπνάω καταϊδρωμένος, η μέρα μου μετά είναι ανυπόφορη. Ιδίως τις εργάσιμες μέρες, όπως μπορείτε να φανταστείτε…



Ο Ιάκωβος είναι γύρω στα τριάντα, με ευγενική φυσιογνωμία και όμορφο, θλιμμένο χαμόγελο. Λέει πως έκανε επιτυχημένες σπουδές κοινωνιολογίας, αλλά πως, με την οικονομική κρίση που ξέσπασε, αναγκάστηκε να αλλάξει δρόμο δουλεύοντας στην επιχείρηση του μπαμπά του.

-Η αλήθεια είναι, προσθέτει, πως ο πατέρας μου επέμεινε σ’ αυτό, καθώς η δουλειά του πάει καλά, από τότε δε που συνεργαζόμαστε, ακόμη καλύτερα. Λογικό είναι όμως, να μένω με ένα μόνιμα ανικανοποίητο συναίσθημα, να νιώθω πως μπορώ να κάνω πολύ περισσότερα. Νομίζω… το αντιλαμβάνεστε, έτσι δεν είναι;


Ο ψυχαναλυτής δεν απαντά, νιώθει πως λείπουν ακόμα πολλά στοιχεία πριν την κατανόηση. Ο Ιάκωβος του εξηγεί τον γρίφο, προσφέροντάς του την έκπληξη:


-Είχα ήδη σκεφτεί να συμβουλευτώ έναν ειδικό, απλά, δεν έβρισκα την ευκαιρία. Την απόφασή μου την πήρα πριν μερικές μέρες, όταν σας άκουσα. Τα λόγια σας χτύπησαν φλέβα, κατάλαβα ότι βρήκα τον άνθρωπο που θα με βοηθούσε να απαλλαγώ από τις εμμονές και τις δυσάρεστες σκέψεις μου, από τους βασανιστικούς εφιάλτες. Μιλούσατε με τόση καλοσύνη, με τόσο συναίσθημα για την ανθρώπινη υπόσταση και τα προβλήματά της, που με συγκινήσατε αφάνταστα. Άθελά μου δάκρυσα, και τρύπωσε μέσα μου η ιδέα να σας επισκεφτώ στο γραφείο σας.



Ο γιατρός προσπαθεί να θυμηθεί, δεν υπήρξε πρόσφατα ούτε σεμινάριο, ούτε συνέντευξη, ούτε ψυχαναλυτικό συνέδριο όπου να έχει πάρει δημόσια τον λόγο. Αρχές Αυγούστου, η πόλη αρχίζει να ερημώνει, τα ψυχαναλυτικά συνέδρια δεν γίνονται σε καιρούς όπου το μοναδικό πράγμα που απασχολεί τους ανθρώπους είναι τα μπάνια και οι διακοπές. Οι επιστημονικές δραστηριότητες νεκρώνουν το καλοκαίρι.



-Ναι, χωρίς να θέλω, έκλαψα από συγκίνηση ακούγοντας τα λόγια σας. Όμως, παρ’ όλο που το κλίμα ήταν βουτηγμένο στον πόνο και τα δάκρυα, αισθάνθηκα κάποια περίεργα βλέμματα πάνω μου, λες και το κλάμα και η συγκίνηση είναι μονοπώλιο ορισμένων, ενώ οι άλλοι, εμείς, οφείλουμε σκληράδα και αδιαφορία. Έτσι, αναγκάστηκα να συγκρατηθώ. Σκούπισα στα κλεφτά τα μάτια μου και προσπάθησα να επικεντρωθώ στα επαγγελματικά μου καθήκοντα. Συνεχίζοντας όμως να ακούω με ευχαρίστηση, σχεδόν με ηδονή, τα παρηγορητικά και ευαίσθητα λόγια σας.


-Μμ, κάνει ο ψυχαναλυτής που μάλλον υποψιάστηκε πού θα κατέληγε ο νεαρός κοινωνιολόγος.

-Με θυμηθήκατε τώρα; ρωτάει ο Ιάκωβος. Ο επικήδειος που εκφωνήσατε στάθηκε η αφορμή για την σημερινή συνεδρία μας.

-Γνωριζόσασταν;

-Ας πούμε πως τον γνώρισα εγώ, εκείνος όχι. Ήμουν υπεύθυνος τελετής στην κηδεία του. Η οικογένεια μάς εμπιστεύτηκε καθώς στην Θεσσαλονίκη είναι γνωστή η ευσυνειδησία τής επιχείρησής μας. Ασχολήθηκα προσωπικά μαζί του, πέρασα αρκετή ώρα με την φροντίδα του σώματος, το ντύσιμο, την περιποίηση, χρησιμοποίησα όλη μου την γνώση και την τεχνική για ένα καλό αποτέλεσμα. Ήξερα πως ο νεκρός ήταν ψυχαναλυτής. Κι αυτό πολλαπλασίαζε την προσοχή και την ευθύνη μου. Τον αρωμάτισα με την καλύτερη ευωδιά που διέθετα, τον χτένισα και τον ξύρισα άψογα. Έτσι, συγκινησιακά φορτισμένος, ξέσπασα όταν άκουσα τα ζεστά σας λόγια στην εκκλησία. Αλλά, σας είπα, ο επαγγελματισμός δεν επιτρέπει τέτοιες ευαισθησίες. Προφανώς ενόχλησα κάποιους με τα δάκρυά μου. Γι’ αυτό και μαζεύτηκα γρήγορα.


Ο αναλυτής αισθάνεται πολύ περίεργα. Κάτι μέσα του σκιρτάει, νιώθει φιλικά, ως και τρυφερά, για τον νεαρό που έχει απέναντί του, που του διηγείται τις μακάβριες μεν, αλλά συγκινητικές λεπτομέρειες της φροντίδας που έδειξε στον αγαπημένο του νεκρό φίλο. Ξέρει πως, αν αφεθεί, θα δακρύσει κι αυτός τώρα, με τη σειρά του.
Ευτυχώς ο Ιάκωβος τον προσγειώνει στην πραγματικότητα του γραφείου του:


-Όμως η κηδεία αυτή, με όλα όσα σας περιέγραψα, έμελλε να γίνει πάλι αιτία για εφιαλτικές νύχτες και μέρες. Η μυρωδιά και η θέα τού γυμνού σώματος με την νεκρική διάφανη επιδερμίδα, σκάλωσαν στο νου μου. Και την μεθεπόμενη νύχτα είδα πάλι έναν τρομακτικό εφιάλτη που θυμάμαι: 
Είχα κάνει λάθος, λέει, κι αντί για τον συμπαθή γέρο ψυχαναλυτή μπήκα εγώ στο φέρετρο και έριχνα μόνος μου χώματα και πέτρες πάνω μου. Και μετά, βρέθηκε τάχα κι εκείνος μαζί μου μέσα στην κάσα και με παρακαλούσε να τον βοηθήσω να βγει, να αναπνεύσει αέρα ανθρώπινο. Έφτασε να με απειλήσει κι έσφιγγε τα χέρια του γύρω στο λαιμό μου με δύναμη και μανία. Πνιγόμουν! Αλλά λίγο πριν ξυπνήσω άνοιξε το καπάκι με τα χώματα κι εμφανίστηκε η δική σας σωτήρια μορφή. Μας μιλούσατε με λόγια αγάπης, όπως στη νεκρολογία.
Πετάχτηκα από το κρεβάτι πανικόβλητος. Αν δεν ήταν τρεις τα χαράματα θα σας τηλεφωνούσα τότε. Αλλά περίμενα μέχρι που ξημέρωσε και τότε σας πήρα για να κλείσουμε ραντεβού. 
Ξέρετε όμως ποια μορφή πήρε ο απειλητικός πεθαμένος, δίπλα μου, μέσα στο φέρετρο; Του πατέρα μου! Μάλιστα φορούσε την επίσημη στολή των τελετών με μαύρη γραβάτα και άσπρα γάντια.
Αχ, λέτε να καταφέρω να ξεφύγω ποτέ από τα φέρετρα; Θα ήθελα να ασχοληθώ με τους ζωντανούς, όπως εσείς! Ο θάνατος, που είναι η ζωή τού πατέρα μου, νομίζω πως δεν με αφορά πια, λέει με ένα λυγμό που βγαίνει από βαθειά μέσα του.





Ο ψυχαναλυτής τον κοιτάζει ζεστά. Η ανέλπιστη ερμηνεία τού Ιάκωβου τον ενθουσιάζει. Δεν θα του το πει, αλλά νιώθει πως θα κάνουν καλή δουλειά οι δυο τους στο ταξίδι προς την ελευθερία.
Έτσι τελειώνει η πρώτη συνάντηση. Ο γιος τού νεκροθάφτη σηκώνεται, έχει μιαν αισιοδοξία στα μάτια. Νιώθει σε ασφαλές λιμάνι. Ξέρει πια πως η μοίρα που τον έταξε να φροντίζει τον θάνατο των άλλων του έκανε συγχρόνως κι ένα μεγάλο δώρο. Να του αποκαλύψει τα μυστικά του. Και τα μυστικά του θανάτου έχουν να κάνουν μόνον με τη ζωή. Την τωρινή. Την επίγεια! Κι εκείνος αισθάνεται τώρα προστατευμένος και στη σωστή κατεύθυνση.
 

Έρωτας vs Θάνατος, "ένας ταξιδευτής"…
ο Έρως δεν μεταφράζεται  σε ξένες γλώσσες. Έρως, όταν ξυπνάω αγκαλιά με καλή παρέα, όταν συναντώ αγαπημένους ανθρώπους, όταν πίνω τσάι μόνος ή με φίλους, όταν τρώω λίγη σοκολάτα, όταν προγραμματίζωτο επόμενο ταξίδιμου στο εξωτερικό, όταν καθαρίζω εξονυχστικά το σπίτι μου (υποχόνδρια πράξη), όταν ασχολούμαι με τις τέχνες, όταν εξασκώ ξένες γλώσσες με αλλοδαπούς, όταν περιπαίζουμε το Γιαννάκη με τη Μάτα (χα χα προσωπικό μου παράδειγμα), όταν φιλοξενώ κόσμο στο σπίτι μου και κάνω τα πάντα να φύγουν ικανοποιημάνοι.
ο Θάνατος: death, la mort, όταν ξυπνάω τρομαγμένος (από ένα κουνούπι, απ' το στυγερό ξυπνητήρι, από μια καθημερινότητα που με κυνηγά),
όταν περνάω ώρες μπροστά στον υπολογιστή χωρίς να κάνω ουσιαστικά τίποτα και συνειδητοποιώ πόσο κενά δαπάνησα το χρόνο μου όταν ανεβαίνω στη ζυγαριά, όταν αναγκάζομαι να υποκρίνομαι, όταν κρατάω γεμάτες σακούλες και άδεια ψυχή μετά τα ψώνια, όταν φτιάχνω λίστες με τα Πρέπει των επόμενων ημερών, όταν με προσβάλλουν μπροστά σε τρίτα πρόσωπα, όταν κάνω γυμναστική στο γυμναστήριο και έχει πολύ κόσμο μέσα στο χώρο.
Εγώ είμαι απενοχοποιημένος με το ρόλο της ψυχανάλυσης και της κουβέντας με τον ψυχίατρο νομίζω πως δεν θα μπορούσα ποτέ να ανοιχτώ για μένα και για όσα με απασχολούν μπροστά σε κάποιον ειδικό.  Είμαι κλειστός άνθρωπος, φέρω παρωπίδες και διαφορες προσωπίδες. Ενω είμαι ο καλύτερος ακροατής για προβλήματα φίλων, εγώ δυσκολεύομαι να μιλήσω. Τι θα έλεγε γι' αυτό ο Freud ή ο Αριστοτέλης; 









Σάββατο 21 Νοεμβρίου 2015

Ψυχαναλυτικές κατασκευές με αφετηρία το ζωγραφικό έργο (1).

















Γράφει ο Διονύσης Παπακώστας
ΣΚΕΨΗ:
ΨΥΧΑΝΑΛΥΤΙΚΕΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΕΣ ΜΕ ΑΦΕΤΗΡΙΑ ΤΟ ΖΩΓΡΑΦΙΚΟ ΕΡΓΟ
Ωραία και μεστή πρόταση: «Ψυχαναλυτικές κατασκευές με αφετηρία το ζωγραφικό έργο», με εμπνέει και κινητοποιεί δραστικά τη σκέψη, και με σπρώχνει αμέσως να αναρωτηθώ: πώς πρέπει άραγε να εννοήσω αυτή τη σύνδεση ανάμεσα στην ψυχανάλυση και τη ζωγραφική, πώς μπορώ να εκλάβω το όποιο ζωγραφικό έργο ως αφετηρία για ψυχαναλυτικές κατασκευές;
Και πρώτα-πρώτα οδηγούμαι να σκεφτώ, αφήνοντας κατά μέρος τις κατασκευές σαν γέννημα θρέμμα της αφετηρίας, του ζωγραφικού έργου δηλαδή..., πώς να σχετίζονται άραγε μεταξύ τους αυτές οι λέξεις, η ζωγραφική και η ψυχανάλυση, ποια τα σημαίνοντα και η έννοιά τους; Στοχάζομαι λοιπόν..., τί κάνει τι;
Η ζωγραφική «κατασκευάζει» την ψυχανάλυση ή η ψυχανάλυση «κατασκευάζει» τη ζωγραφική; Ποιος κάνει τι; Η κότα το αυγό ή το αυγό την κότα, ή, για να το πω αλλιώς, το φίδι είναι του αυγού ή το αυγό είναι του φιδιού, ποιό είναι το φίδι και ποιο το αυγό;
Ωραίες αυτές οι ερωτήσεις, καίριες, μα εγώ θα επιμείνω: Το ζωγραφικό έργο είναι έργο ή είναι ο καθρέφτης που μέσα του καθρεφτίζεται η ψυχανάλυση ως αφετηρία του; Μήπως η ψυχανάλυση είναι η αφετηρία του ζωγραφικού έργου; Και είναι το ζωγραφικό έργο η αποτύπωση της ψυχανάλυσης-αφετηρίας;
Με χαροποιούν και με κεντρίζουν κι αυτές οι ερωτήσεις, ωστόσο επιχειρώ και άλλη μια εμβάθυνση:

Τι καθρεφτίζει τελικά αυτός ο καθρέπτης; Πρόκειται γι’ αυτό που υποδηλώνει η φράση «καθρέφτη καθρεφτάκι μου», ή -χωρίς κι αυτό να το περιφρονούμε- στην επιφάνειά του ο καθρέφτης μας εμφανίζει την αποτύπωση της ψυχανάλυσης της αφετηρίας; Σ’ αυτή την περίπτωση Βέβαια η ζωγραφική δεν είναι παρά σιωπηρή ψυχανάλυση...


Θριαμβολογώ τώρα ως Βλαξ με τις σκέψεις με τις οποίες καταγίνομαι, όμως δεν παύω να σκέφτομαι:
Ψυχαναλύει η ζωγραφική; Με το έργο; Το αποτύπωμα; Ή κάπως αλλιώς; Και προβαίνει πράγματι σε κατασκευές η ψυχανάλυση με αφετηρία το ζωγραφικό έργο;
Υπάρχουν αναρίθμητα ζωγραφικά έργα, καλά, κακά, άσχημα, υπάρχουν όμως αντίστοιχα καλές, κακές και άσχημες ψυχαναλύσεις; Δεν είμαι ειδήμων και γι’ αυτό δεν γνωρίζω, παρά μόνο να εικάσω, να υποθέσω μπορώ. Εστιάζω ωστόσο πάλι στο αν τα διάφορα ζωγραφικά έργα, καλά, κακά ή άσχημα, δημιουργούν ψυχαναλυτικές κατασκευές. Μπορούμε άραγε να φτάσουμε μέχρι την αφετηρία; Στο σημείο δηλαδή εκείνο που σημασιοδοτεί την ψυχαναλυτική αναγκαιότητα με αφετηρία το ζωγραφικό έργο;
Άρα, δεν συμπεραίνουμε πως το ζωγραφικό έργο είναι η κρυφή ή και εμφανής κατάθεση μιας προσωπικής αλήθειας;
Και κατά συνέπεια η ζωγραφική δεν αποκαλύπτεται ως ο ελεύθερος χώρος της έκφρασης χωρίς αναστολές και αποκρύψεις; Και η ψυχανάλυση δεν δημιουργεί την κατασκευή που οδηγεί στην αφετηρία; Και μ’ αυτό τον τρόπο, δεν γίνεται όντως η ψυχαναλυτική κατασκευή, η αφετηρία για την ερμηνεία του ζωγραφικού έργου;

Διερωτώμαι τώρα, τι σημαίνει αφετηρία, προκειμένου για το ζωγραφικό έργο ή γενικότερα για το έργο τέχνης; Και μπορούν, έχουν τη δυνατότητα, τα διάφορα ζωγραφικά έργα (καλά, κακά ή άσχημα), δημιουργώντας τις ψυχαναλυτικές κατασκευές να μας φτάσουν μέχρι την αφετηρία;
Με τη νοηματοδότηση εν γένει της αποτύπωσης των συναισθημάτων και των πνευματικών φαντασιώσεων του ζωγράφου, η ψυχανάλυση κατασκευάζει και ερμηνεύει ή ερμηνεύει τις κατασκευές του ζωγραφικού έργου;
Τα ζωγραφικά έργα, στο βαθμό που όπως υποθέσαμε, είναι αποτύπωμα ή καθρέφτης, μπορούμε συνάμα να ισχυριστούμε πως είναι και δημιουργήματα ελεύθερων συνειρμών. Αποτελούν λοιπόν τα ζωγραφικά έργα βάση και θεμέλιο για την ψυχανάλυση;

Κι αν θεωρήσουμε πως οι κατασκευές της ψυχανάλυσης συνιστούν τις ψυχαναλυτικές διόδους ώστε να φθάσουμε μεθοδικά στο προσυνειδητό, στο υποσυνείδητο και προχωρώντας στο ασυνείδητο, τότε λοιπόν δεν οδηγούμαστε πράγματι στην ερμηνεία του ζωγραφικού έργου, δηλαδή στην αφετηρία της δημιουργίας του;
Βυθιζόμενοι διαδοχικά από το προσυνειδητό στο υποσυνείδητο και τελικά στο ασυνείδητο, ανακαλύπτουμε εκεί τη σπηλιά, τη μήτρα, βρίσκουμε τον «τόπο» όπου κρύβονται τα αίτια, συναντούμε την αφετηρία του ζωγραφικού έργου...
Γιατί όμως άραγε όλος αυτός ο κόπος, απλώς και μόνο για την ερμηνεία των ψυχαναλυτικών κατασκευών που εκκινούν από το ζωγραφικό έργο ή έστω και για τη θεραπεία μέσω της ερμηνείας;
Αν σκεφτούμε όμως ότι καθώς ο δημιουργός ζωγραφίζει, εκφράζοντας και απεικονίζοντας το ασυνείδητό του, παράγονται στον ίδιο ηρεμιστικές και χαρωπές αντιδράσεις; Ότι δηλαδή έχουμε θεραπευτικά αποτελέσματα; Εντελώς ανάλογα, αν με την ψυχανάλυση συνειδητοποιήσουμε και ερμηνεύσουμε τα ασυνείδητα περιεχόμενα, κατέχουμε πια μια συνολική γνώση, με τα αντίστοιχα θεραπευτικά αποτελέσματα.

Αλλά δεν μπορώ να σταματήσω εδώ... Η περί ης ο λόγος θεραπεία του δημιουργού σκοτώνει τη δημιουργικότητα; Η δημιουργικότητα δηλαδή είναι ασθένεια; Ή τελικά η ασθένεια είναι μια υγιής πηγή δημιουργίας;
0 Φρόυντ, αν το θυμάμαι καλά, κάπου λέει πως το έργο του δημιουργού είναι η μετουσίωση της ψυχοπαθολογίας. Μετά από μια τέτοια δήλωση όμως τι συμπεράσματα άραγε μπορούμε να βγάλουμε;
Ενθυμούμενοι τα όσα ελέχθησαν ως τώρα, φθάνουμε να πούμε πως αν οι ψυχαναλυτικές κατασκευές θεωρήσουμε πως είναι οι δίοδοι, οι διάδρομοι μεταξύ αφετηρίας και συνείδησης, (η πορεία δηλαδή της συνειδητοποίησης μέσω της ψυχανάλυσης), άρα ο ζωγράφος και γενικότερα ο καλλιτέχνης οδηγείται με τη Βοήθεια της ψυχανάλυσης στη γνώση. Παράγει συνεπώς έργο περισσότερο εκφραστικό, ελκυστικό να το παρατηρείς, πιο συγκινησιακό, δημιουργικό και επικοινωνιακό, εξαναγκάζει τον θεατή να φανταστεί το δικό του ταξίδι, μέσω του ζωγραφικού/καλλιτεχνικού έργου. Το εκφράζω σωστά;

Προκύπτει τώρα το εξής ερώτημα: Αν η τέχνη είναι θεραπευτικό μέσο, δηλαδή φάρμακο ή είναι απλώς έκφραση ενός ανεξήγητου ταλέντου, με ανερμήνευτη τη λέξη ταλέντο.
Αιτία για την άνθιση του ταλέντου δεν είναι η έμπνευση; Και τελικά η δημιουργία; 3 λέξεις έχουμε τώρα προς εξέταση: Ταλέντο - Έμπνευση - Δημιουργία... Από πού προέρχονται; Πώς προκύπτουν;
Το θέμα μας ήταν «Ψυχαναλυτικές κατασκευές με αφετηρία το ζωγραφικό έργο». Αν λοιπόν το αντιστρέφουμε: «Το ζωγραφικό έργο αφετηρία ψυχαναλυτικών κατασκευών»; Τι θα διερωτηθούμε, τι θα σχολιάσουμε, τι θα διερευνήσουμε;
Αυτές οι κατασκευές, τα ζωγραφικά έργα, δηλαδή η αφετηρία, πόσες ψυχαναλύσεις μπορούν να προκαλέσουν και πόσα συμπεράσματα μπορούν να εξαχθούν δεδομένου ότι υπάρχουν ποικίλου τύπου ζωγραφικά έργα; Τι είναι πράγματι τα ζωγραφικά έργα; Ονειροπλασίες, ονειροπολήσεις, φαντασιώσεις, υποκατάστατα, ανεκπλήρωτα ή όλα μαζί; Από πού, πότε και πώς αρχίζουν να δημιουργούνται;
Και μιας και έχει συμβεί μια έξαρση στην περιέργειά μου, ας το θέσω και διαφορετικά: Τι κατασκευάζει το ζωγραφικό έργο από την αφετηρία του έτσι ώστε να προχωρεί η ψυχανάλυση προς τις κατασκευές της; Τι κατασκευάζει το ζωγραφικό έργο στον θεατή;

Και εντέλει τι είδους κατασκευές δημιουργούνται στις διάφορες ηλικίες, στις διάφορες φυλετικές και λαϊκές ομάδες, στις γυναίκες, στους άνδρες κλπ; Τι εξυπηρετούν οι ζωγραφικές κατασκευές οι οποίες καταλήγουν στον δημιουργό καθώς και στον θεατή;
Και θα ρωτήσω και κάτι ακόμη: Εξετάζοντας ένα ζωγραφικό έργο ενεργοποιείται η αίσθηση της όρασης. Επικοινωνούμε συναισθηματικά με τη μορφή, το σχήμα και την χρωματική απόδοση που Βλέπουμε. Πόσο επηρεάζει όλο αυτό τον θεατή; Θέλω να πω, πόσο κινητοποιεί τον ψυχισμό του, τη φαντασία του, τις φαντασιώσεις του; Υπάρχουν ανασταλτικοί παράγοντες στην κινητοποίηση της φαντασίας έτσι ώστε να περιορίσουν ή να μεταλλάξουν τη φαντασία και τις φαντασιώσεις του στα απόκρυφα της ψυχής του και της σκέψης του;

Εν κατακλείδι! Ερωτήματα, ερωτήματα, ερωτήματα!!!
Και παρακινούμενος κι άλλο, πάντα από την ίδια αρχική πρόταση-πηγή της έμπνευσής μου, θα θέσω τερματίζοντας μερικές ακόμη περιεκτικές, συνοπτικές ερωτήσεις:
Γιατί στο κάτω-κάτω της γραφής, ζωγραφίζει ο ζωγράφος;
Υπάρχει αποστασιοποιημένη ή αντικειμενική ζωγραφική με ιδιαίτερη ποιότητα και αξία διαχρονική, και ποια είναι αυτή και γιατί είναι όντως τέτοια, τι είναι αυτό που την καθιστά «αντικειμενική»;
Και τι είναι γενικότερα αυτό που λέμε τέχνη; Τι εξυπηρετεί ως έκφραση;
Ο ζωγράφος και γενικότερα ο όποιος καλλιτέχνης είναι υγιέστερος των υγιών, ή είναι ένας ασθενής, νευρωσικός, ψυχωσικός, σχιζοφρενής, αποπροσωποποιημένος κλπ και έχει ανάγκη ψυχανάλυσης;
Ή θα ήταν σωστό να πούμε ότι είναι φορέας αυτοάνοσων ή κληρονομικών ψυχικών ασθενειών, είτε μεγαλύτερης, είτε μικρότερης δημιουργικής αξίας; Και αν και εφόσον πετύχει η ψυχανάλυση, τι αλλαγές επιφέρει; Στις μετουσιώσεις και στις μεταβιβάσεις; Αλλάζει η δημιουργική ικανότητα, το ταλέντο, ή η έμπνευση;
Και αν, παρ’ ελπίδα, η ψυχανάλυση δεν πετύχει;

Σ’ αυτό το σημείο και με αφετηρία πλέον όλα τα προηγηθέντα, ταιριάζει θαρρώ να εκτεθούν-παρατεθούν τώρα κάποια ζωγραφικά έργα δυο καλλιτεχνών και μιας καλλιτέχνιδας της εποχής μας, τα οποία θεωρώ χαρακτηριστικά τριών διαφορετικών εκφραστικών αποδόσεων/ τεχνοτροπιών, αποσκοπώντας φυσικά να καταστούν αντικείμενο σχολιασμού και περαιτέρω συζήτησης...
Σας ευχαριστώ
ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΠΑΠΑΚΩΣΤΑΣ

Ο ρόλος του πλαισίου στην ψυχαναλυτική θεραπεία
Προσκεκλημένη ζωγράφος
Εύη Θεοφανίδου






Η λάθος επιλογή
Διήγημα του Γιάννη Βαϊτσαρά

Στο γραφείο του Νικηφόρου Φωκά επικρατεί απόλυτη τάξη και ηρεμία όπως σχεδόν καθημερινά αυτή την βραδινή ώρα που δέχεται τους ασθενείς του. Το φως σκιασμένο, το διακριτικό άρωμα σύκου στον αέρα, ένα μπουκέτο φρέσκα τριαντάφυλλα στο κομοδίνο.


Αλλά, ο ίδιος ο ψυχαναλυτής κάθεται σε αναμμένα κάρβουνα. Μια υποβόσκουσα ανησυχία τον έχει κυριεύσει απ’ την ώρα που μπήκε απόψε στο γραφείο του, μια αγωνία που οξύνεται όσο περνάει η ώρα.
Όχι πως είναι προληπτικός, αλλά να, τέτοια μικρά συμβολικά συμβάντα, σαν το σημερινό, τον επηρεάζουν αρνητικά. Και, κυρίως, ενοχλείται από την αισθητική ζημιά που έγινε.
Μπαίνοντας λοιπόν σήμερα, βρήκε πεσμένο στο πάτωμα τον πίνακα απέναντι από το ντιβάνι. Αντίκρισε μια αντιαισθητική τρύπα να χάσκει στον τοίχο, και το καρφί, πασπαλισμένο με σοβάδες, να αυθαδιάζει στο χαλί.
Ανασήκωσε το έργο κοιτάζοντάς το. Αντίγραφο μεν, αλλά εξαίρετο! Το ξεσκόνισε στα γρήγορα και με συνοπτικές διαδικασίες το ξανακρέμασε πρόχειρα στη θέση του, μα δίχως κορνίζα και δίχως τζάμι αυτή τη φορά. Του φάνηκε γυμνό και απροστάτευτο, τσαλακωμένο, αταίριαστο πια μέσα στον προσεγμένο χώρο, μα δεν είχε χρόνο ούτε να σκεφτεί καλά-καλά μιαν άλλη λύση.

Κι έπειτα ήταν και η Ειρήνη. Η τελευταία συνεδρία της μέρας του. Όχι πως φοβόταν την αντίδρασή της για τη ζημιά. Καθόλου! Η Ειρήνη είναι έξυπνη, γλυκιά και ευγενική γυναίκα, δεν είναι εκεί το θέμα. Άλλο τον τρώει τον Νικηφόρο: Η τεράστια γκάφα του την περασμένη εβδομάδα! Που είχε δώσει ραντεβού σε ένα νέο περιστατικό του την ίδια ώρα με την συνεδρία της Ειρήνης.

Ήρθε σε δύσκολη θέση ο Φωκάς.
Πεπειραμένος πια ψυχαναλυτής, ξέρει πως τα σφάλματα του είδους πληρώνονται, και μάλιστα αδρά. Όμως το κακό είχε γίνει.
Προτίμησε να ζητήσει ταπεινά συγνώμη στην Ειρήνη εξηγώντας της πως εκ παραδρομής είχε δεχθεί πριν λίγο κάποιον άλλο στη θέση της. Και την διαβεβαίωσε πως θα την περιμένει κανονικά, δίχως άλλες περιπέτειες, στο επόμενο ραντεβού τους.
Δηλαδή το σημερινό. Που, τι σύμπτωση, σαν από θεία δίκη, θα διαδραματιστεί μπροστά στο πληγωμένο ζωγραφικό έργο.
Δεν μασάει εύκολα ο Φωκάς. Νομίζει πως άνετα θα αντιμετωπίσει τον θυμό της, αν εκφραστεί, θα βρει ένα ψυχαναλυτικό κόλπο να οδηγήσει τη συνεδρία σε κάποιες ενδιαφέρουσες ερμηνείες και... ούτε γάτα ούτε ζημιά. Άλλωστε, παλιά καραβάνα κι η Ειρήνη στην ψυχανάλυση. Θα πρέπει να ζυγώνουν τα πέντε χρόνια δουλειάς μαζί, εδώ μέσα, η σχέση τους είναι δουλεμένη. Όμως, όπως κι αν έχει, είναι λιγάκι τρακαρισμένος.

Μπαίνει η Ειρήνη με συγκρατημένο χαμόγελο. Ξαπλώνει, σταυρώνει τα πόδια, φαίνεται να διστάζει, μα αρχίζει να μιλάει δείχνοντας απέναντί της:
-Τι έγινε; Έπεσε κι έσπασε, επιτέλους; Αλλά μπα! Εσείς εκεί! Χάσατε την ευκαιρία να με απαλλάξετε δια παντός! Μου το ξανακρεμάσατε μπρος στη μούρη μου. Μα καλά, από τόσους όμορφους πίνακες εδώ μέσα, αυτόν βρήκατε να βάλετε μπροστά στο ντιβάνι; Αυτή την αηδία; Αυτό το δημιούργημα που, δεν ξέρω ποιος το έκανε, αλλά που πιο άσχημο και ανούσιο πίνακα δεν έχω δει!
Ξέρετε, από χρόνια ήθελα να σας το πω, ποτέ δεν βρήκα το κουράγιο. Πάντα έλεγα μέσα μου, δεν γίνεται, κάποιον λόγο θα ’χει για να μου το δείχνει έτσι κατάφατσα, κάποιο κρυφό νόημα υπάρχει και τον διάλεξε να τον κοιτώ την ώρα που παιδεύομαι και προσπαθώ με κόπο να βγάλω τα εσώψυχά μου.
Όσο όμως κι αν σκέφτηκα δεν μπόρεσα να καταλάβω. Ξέρετε; Κανένα περιεχόμενο δεν έχει ο πίνακάς σας! Είναι κενός, δίχως ουσία, κι επί πλέον είναι ακαλαίσθητος και άχρωμος. Αν αυτό θεωρείτε ιδιοφυΐα ζωγραφικής, να με συμπαθάτε, αλλά είστε τουλάχιστον αδαής και ακαλλιέργητος, κύριε ψυχαναλυτά μου. Και να σας πω κάτι; Θα προτιμούσα να βλέπω έναν άδειο τοίχο, ή ένα παράθυρο με τον ουρανό, παρά το υποτιθέμενο έργο τέχνης σας και να συγχύζομαι...

Καθώς ο Νικηφόρος Φωκάς δεν μιλάει, χαμήλωσε η ένταση στη φωνή, λες κι άλλαξε η διάθεσή της, αφού ξέβρασε κριτικές και θυμωμένα λόγια.

Βέβαια, ο Φωκάς, ως ψυχαναλυτής που είναι, δεν ξέχασε το γεγονός του λάθους του. Θεωρεί μάλιστα δεδομένο πως αυτό ευθύνεται αποκλειστικά για το ξέσπασμα θυμού της Ειρήνης.
Έτσι, τολμάει την παρέμβαση:
-Καταλαβαίνω που είστε θυμωμένη με τον αναλυτή σας. Είναι αδικαιολόγητος! Με την απροσεξία του έσπασε το πλαίσιο την προηγούμενη εβδομάδα...

Η Ειρήνη μίλησε πιο ήπια τότε:
-Ποιο πλαίσιο; Για την κορνίζα νομίζετε ότι νοιάζομαι; Α, δεν ανησυχώ, σε λίγες μέρες θα είναι στη θέση της κι αυτή, υποθέτω.
Αχ κύριε, Φωκά μου, τι πάθατε; Εσείς που πιάνετε πουλιά στον αέρα, που, πριν μιλήσω, πάντα καταλαβαίνατε αυτό που ήθελα να πω, πώς γίνεται και τώρα δεν αντιλαμβάνεστε για τι πράγμα μιλάω;
Λοιπόν ακούστε με: ο πίνακας αυτός μου θυμίζει την κατάστασή μου όταν σας επισκέφτηκα για πρώτη φορά. Έτσι ένιωθα. Χαμένη σε μιαν ατέλειωτη κίτρινη έρημο δίχως διέξοδο και δίχως μπούσουλα. Να παραδέρνω με τις ενοχές μου και να θέλω να κρύβομαι πίσω από παχιά φυλλώματα και στρώματα λίπους. Όμως να, που εκεί καραδοκούσαν χειρότεροι δαίμονες. Εκεί με περίμεναν μαύρες τρύπες και κρατήρες που με ρουφούσαν ολόκληρη και χανόμουν. Πουθενά βοήθεια. Πουθενά φως.

Μεσολαβεί μια σύντομη σιωπή. Ο ψυχαναλυτής κοιτάζει το «εξαίρετο αντίγραφο» κι αναρωτιέται πώς θα συνεχιστεί η συνεδρία.
Πράγματι, λιγάκι άχρωμο σα να του φαίνεται τώρα. Ανταύγειες σε χρώμα καφέ ανοιχτό, ένα ερημικό τοπίο κίτρινο, λίγα δέντρα, δρομάκια προς διάφορες κατευθύνσεις, πού και πού συστάδες φυτών σε πιο μουντά, ανησυχητικά χρώματα. Και στο βάθος, ο ορίζοντας σε όλο το πλάτος του πίνακα.
Ανοιχτωσιά!, είχε σκεφτεί ο Φωκάς όταν τον επέλεξε για τη θέση. Όλες οι πιθανότητες ανοιχτές, όλα τα ενδεχόμενα. Να μπορούν οι αναλυόμενοι να ονειρεύονται και να μιλούν δίχως δεσμεύσεις.
Έτσι τον ήθελε αυτόν τον πίνακα. Ουδέτερο! Να μην μαγνητίζει το βλέμμα. Να μην παγιδεύει τον ελεύθερο συνειρμό.
Να όμως που το ατύχημα αποκαθήλωσης αλλάζει τα δεδομένα.
Η Ειρήνη συνεχίζει:

-Θα θυμάστε σίγουρα...: Ένα στρογγυλό, φρόνιμο κοριτσάκι με φακίδες, παιδί-μοντέλο, ζωή επίπεδη. Ήμουν τόσο μοντέλο που κανείς δεν με πρόσεχε. Όλα ήταν ανοιχτά για μένα. Η πλήρης εμπιστοσύνη πάνω μου, μα που ένιωθα πως δεν την άξιζα. Που έσκαγα να μην έχω έναν μπαμπά και μια μαμά όπως όλα τα κορίτσια να μου βάζουν όρια και κανόνες, να μου δείχνουν το δρόμο. Ξέρεις εσύ! μου έλεγαν. Είσαι καλό κορίτσι. Αυτό ήταν το δράμα μου. Να πρέπει εγώ η ίδια να είμαι υπεύθυνη του εαυτού μου και των επιλογών μου. Οι φίλες μου όλες είχαν το κήρυγμα στο σπίτι, κανε αυτό κανε εκείνο, τούτο επιτρέπεται κείνο απαγορεύεται... Στο σπίτι το δικό μας τίποτα. Όλοι οι δρόμοι ελεύθεροι ακόμα κι εκείνοι που οδηγούν στα βράχια και στις μαύρες τρύπες.
Αργά-αργά, εδώ, μαζί σας, κατάφερα κι έβαλα σε τάξη το νου μου, νομίζω πως διαλέγω τώρα τον δρόμο μου χωρίς αμφιβολίες. Χωρίς κραδασμούς και χίλια αν και αν...
Ξέρω πού πάω, ξέρω πώς να αποφεύγω τις κακοτοπιές και τα σκιερά φυλλώματα με τους κρατήρες. Όμως δεν ένιωσα πώς ακριβώς έγινε αυτό. Δεν ξέρω ποιος φάρος άναψε στο πέλαγος της ψυχής μου και μου δείχνει πώς να πορευτώ. Πώς να αναγνωρίζω τις ξέρες και τα βράχια. Δεν ξέρω τι με άλλαξε.
Πάντως σίγουρα όχι το «αριστούργημα» που έβλεπα τόσα χρόνια. Όχι αυτό. Δεν το θέλω πια. Δεν γίνεται να το βλέπω άλλο. Μου θυμίζει υπερβολικά την Ειρήνη του τότε, την Ειρήνη του τίποτα. Την χαμένη Ειρήνη στους δαιδάλους του παρελθόντος και τις ανασφάλειες της μίζερης μικρομέγαλης παιδικής της ζωής.

Και, καθώς μιλάει, σπάει η φωνή της, κλαίει σιγανά.
Κλαίει από χαρά, σκέφτεται ξαφνιασμένος ο Φωκάς.
Εκείνος πάλι βρίσκει πως έχει, τελικά, κάποια δίκια η Ειρήνη. Μπορεί πράγματι η επιλογή του να αποδείχνεται λαθεμένη. Τα λόγια της φέρνουν στο νου του ένα ζωγραφικό έργο που τον εντυπωσίασε, κι ας μην είναι το «αριστούργημα» που κυκλοφορεί σε χιλιάδες αντίγραφα. Είναι ένας πίνακας, λάδι σε καμβά, που παριστά ένα φάρο, θριαμβευτή πάνω στις καταιγίδες, άγρυπνο φύλακα των ψυχών που παραδέρνουν στα πελάγη.


Αυτό το έργο το θαύμασε ανυποψίαστος πρόσφατα και τώρα σκέφτεται πως, μάλλον, αν όχι σίγουρα, θα τον βάλει κάποτε στη θέση του «αριστουργήματος». Ναι, θα το κάνει και για έναν άλλο λόγο: Διότι κι αυτός ο ίδιος, καθώς φαίνεται, χρειάζεται την υπενθύμιση πως αγρυπνά στο τιμόνι των ασθενών του, αποφεύγοντας απροσεξίες και διάφορες παραδρομές. Και, αν η μνήμη του δεν τον απατάει, κοντά στο φάρο, η ζωγράφος έβαλε με ζωηρά χρώματα τον προστατευτικό τοίχο, όπου σπάνε θυμωμένα τα κύματα. Κι αυτό ως ψυχαναλυτής το εκτιμάει, νιώθει πως ταυτίζεται μ’ αυτό τον τοίχο. Ο θυμός είναι κακός σύμβουλος όταν κρύβεται σε ήρεμα τοπία επίπεδης καθημερινότητας. Διότι φτάνει πάντα η στιγμή που εκδικείται και τότε είναι με βία, ανεξέλεγκτα.
Κάποτε, ναι, θα κάνει αυτή την αλλαγή. Πάντως σίγουρα μετά το τέλος της θεραπείας της Ειρήνης. Ως τότε τα πράγματα θα μείνουν ίδια κι απαράλλαχτα. Σταθερά και δεδομένα! Αρκετά θορυβήθηκε με τα λάθη του τελευταία!






Η πρώτη συνάντηση καφέ-ψ με τίτλο Ψυχαναλυτικές κατασκευές με αφομή το ζωγραφικό έργο πραγματοποιήθηκε στο Λεξικοπωλείο την Δευτέρα 2 Νοεμβρίου 2015. 





Καλεσμένη ζωγράφος ήταν 
η Εύη Θεοφανίδου με το έργο της 
Ο Φάρος. 





Το θέμα που προέκυψε από το έργο 
και που ενέπνευσε 
το διήγημα ήταν 
"Ο ρόλος του πλαισίου στην 
ψυχαναλυτική διαδικασία". 
Ο Χάρης Μωρίκης ανέπτυξε το θέμα 
από την 
θεωρητική του άποψη.

Η επόμενη συνάντηση "Ψυχαναλυτικών κατασκευών" θα πραγματοποιηθεί στο Λεξικοπωλείο την Δευτέρα 11 Ιανουαρίου 2026 με θέμα την Ερμηνεία των Ονείρων. Προσκεκλημένος ζωγράφος θα είναι ο Νίκος Αγγελίδης με το έργο του Νυχτερινό.